1
2
Σελ.
1
2
Ενοχλητικός Άγγελος
Μια φορά κι έναν καιρό, ψηλά στον ουρανό, πάνω από τα σύννεφα, ζούσε ο πιο ζωηρός άγγελος του κόσμου,
ο Τζους. Τσαχπίνης και παιχνιδιάρης, ζωηρός και σκανταλιάρης ήταν ένας αληθινός μπελάς. Ο άγιος Πέτρος
που ήταν υπεύθυνος για τον Αγγελοχώρο, ήταν συνέχεια ενοχλημένος μαζί του. Ο χώρος αυτός ήταν που
προετοιμάζονταν οι άγγελοι για τις αποστολές που θα αναλάμβαναν. Ο άγιος Πέτρος τους έδειχνε τον τρόπο
που θα λειτουργούσαν όταν θα κατέβαιναν στη Γη και τους εξηγούσε τους κανόνες και τις υποχρεώσεις
που είχαν. Φυσικά όλα αυτά δεν ίσχυαν για τον Τζους, που δεν πειθαρχούσε σε κανέναν και σε τίποτα.
Έτσι ο καυμένος ο άγιος Πέτρος έψαχνε ευκαιρία για να τον ξεφορτωθεί.
      Για να γίνει κάποιος άγγελος έπρεπε απλά στην κανονική του ζωή να έχει κάνει παραπάνω καλές πράξεις
από ότι κακές. Όταν είχε πεθάνει ο Τζους και πήγε στον ουρανό, ήταν μόλις επτά χρονών και οι καλές του πράξεις
ήταν περισσότερες από τις κακές κατά μία μόνο παραπάνω. Ο νόμος όμως είναι νόμος κι έτσι έγινε αγγελάκι.
Ο χρόνος που θα μπορούσε να περάσει μέχρι να αναλάβει αποστολή ήταν απεριόριστος και τον περνούσε κοντά
στον άγιο Πέτρο, που δεν τον θεωρούσε καθόλου έτοιμο για να κατέβει στη Γη. Επειδή όμως τον εμπόδιζε στη
δουλειά του αποφάσισε να του αναθέσει μία σχετικά εύκολη αποστολή.
     Ο Φοντί, ένα ξανθό αγοράκι 9 χρονών, που ζούσε σε μια τσιμεντένια μεγαλούπολη, αντιμετώπιζε κάποια
ιδιαίτερα προβλήματα. Είχε τρεις μεγάλες φοβίες. Η πρώτη και μεγαλύτερη ήταν το νερό. Φοβόταν να λουστεί,
να το πιει, να το πιάσει ή να το χρησιμοποιήσει με οποιονδήποτε τρόπο. Η δεύτερη ήταν το σκοτάδι, όπου έτρεμε
και κοκκάλωνε όποτε βρισκόταν σε λίγο σκοτεινό μέρος και η τρίτη ήταν τα σκυλιά. Στα μάτια του έμοιαζαν με
τρομακτικά τέρατα, έτοιμα να τον κατασπαράξουν ανά πάσα στιγμή. Δεν τολμούσε ούτε να περπατήσει στον ίδιο δρόμο μαζί τους.

Όταν ο άγιος Πέτρος τοποθέτησε τον Τζους υπεύθυνο να αναλάβει να βοηθήσει τον Φοντί, ο Τζους αντέδρασε άσχημα. Δεν ήθελε ευθύνες και
υποχρεώσεις. Ήθελε μόνο να παίζει και να κάνει σκανταλιές. Μετά από πιέσεις δέχθηκε, σκεπτόμενος ότι θα γιατρέψει τον Φοντί γρήγορα από
τις φοβίες του και θα του μείνει αρκετός ελεύθερος χρόνος για παιχνίδι. Έτσι κι αλλιώς στον Αγγελοχώρο ήταν βαρετά. Ενώ στη Γη είχε τόσα
πράγματα να κάνει. Ειδικά τώρα που ήταν αόρατος και μπορούσε να τον δει μόνο ο Φοντί. Θα πήγαινε για τσουλήθρα και τραμπάλα,
θα ανέβαινε στο τρενάκι και στη ρόδα στο Λούνα Παρκ, θα πήγαινε για βουτιές από τη γέφυρα στην αγαπημένη του θάλασσα και για τις
αγαπημένες του βόλτες με το ποδηλατό του. Πρώτα όμως έπρεπε να ξεμπερδεύει με τον Φοντί...
      Όταν εμφανίστηκε για πρώτη φορά μπροστά του, το έκανε τόσο απότομα, που τον κατατρόμαξε. Μετά από λίγα λεπτά και αφού του
εξήγησε ποιός ήταν και τι ήθελε, τον ηρέμησε λιγάκι. Ο Φοντί δεν πίστευε ότι χρειαζόταν βοήθεια. Θεωρούσε φυσιολογικές τις φοβίες του
και δεν ήθελε να τις ξεπεράσει. Ο Τζους, αφού δεν είχε το δικαίωμα να χρησιμοποιήσει τα μαγικά κόλπα που είχε μάθει στον ουρανό,
αποφάσισε να τον βοηθήσει με άλλο τρόπο. Εμφανιζόταν κάθε φορά που συναντούσαν σκυλιά στο δρόμο και τα τρόμαζε. Τα σκυλιά μπορεί
να μην τον έβλεπαν, αλλά τον αισθάνονταν αφού διέθεταν την έκτη αίσθηση που δεν είχαν οι άνθρωποι. Για λίγες μέρες, όπου και να
πήγαινε ο Φοντί, τα σκυλιά που συναντούσε στο δρόμο του πετάγονταν δεξιά και αριστερά στο πέρασμά του. Αυτό του ανέβασε λίγο την
αυτοπεποίθηση και άρχισε σιγά σιγά να συνηθίζει την παρουσία τους. Τώρα όμως έπρεπε να βρει έναν τρόπο να του αλλάξει και τη γνώμη
που είχε για τα σκυλιά. Να τον κάνει να τα δει πιο φιλικά και να τα εκτιμήσει περισσότερο. Πήγε λοιπόν ο Τζους και βρήκε τον πιο δυνατό
και άγριο σκύλο της γειτονιάς. Του έταξε έναν σωρό με τραγανά κόκκαλα αν τον βοηθούσε σε κάτι που θα τον έβαζε να κάνει και φυσικά
ο σκύλος δέχθηκε. Για μια βδομάδα ακολουθούσε μαζί με το σκύλο τον Φοντί όπου και να πήγαινε. Δεν τον άφηναν στιγμή από τα μάτια τους.
Μια μέρα, φεύγοντας ο Φοντί από το σχολείο του, συναντήθηκε με τον νταή της τάξης του, ο οποίος τον είχε φοβερίξει και τον είχε προσβάλει
πολλές φορές στο παρελθόν. Ο Φοντί χαμήλωσε το βλέμμα του για να τον αποφύγει, αλλά καθώς περνούσε από δίπλα του, ο άλλος του έβαλε
τρικλοποδιά και τον έριξε κάτω. Την ώρα που ο νταής έσκυψε από πάνω του για να τον χτυπήσει, ακούστηκε από πίσω του ο πιο ανατριχιαστικός
και τρομαχτικός ήχος που είχε ακούσει ποτέ. Ένα βαθύ γρύλισμα, απειλητικό και άγριο, συνοδευόμενο με το πιο τρομαχτικό και θυμωμένο βλέμα
που είχε πάρει ποτέ σκύλος. Ο σκύλος που είχε συνεννοηθεί με τον Τζους, όρμησε στον νταή και τον ξάπλωσε κάτω με μια κίνηση. Ο νταής
ακινοτοποιημένος και ξαπλωμένος ανάσκελα, ένιωθε τα σάλια και την κοφτή ανάσα του τρομερού σκύλου στο λαιμό του. Η τρομάρα του ήταν
τέτοια που δεν μπορούσε να αρθρώσει κουβέντα. Μόνο έτρεμε σαν το ψάρι από το φόβο του. Ο σκύλος δεν τον δάγκωσε, αλλά του έδωσε ένα
καλό μάθημα. Όταν την άλλη μέρα ο νταής δοκίμασε να ξαναπλησιάσει τον Φοντί για να του ζητήσει εξηγήσεις, τότε ο σκύλος ξαναεμφανίστηκε
ακόμη πιο άγριος και απειλητικός από την πρώτη φορά. Αυτό ήταν. Ο νταής δεν ξαναπλησίασε τον Φοντί, που τώρα απολάμβανε την ησυχία του
χάρη στον σκύλο, που έγινε τελικά και πολύ καλός του φίλος. Έτσι ο σκύλος που ο Φοντί τον βάπτισε Γουλφ, αφού έμοιαζε με λύκο, όχι μόνο
πήρε τα κόκκαλα που του έταξε ο Τζους, αλλά απολάμβανε και τις λιχουδιές που του έφερνε κάθε μέρα ο Φοντί.
      Αφού λοιπόν είχε πλέον ξεπεράσει την πρώτη του φοβία, έπρεπε να γίνει κάτι και για τη δεύτερη που ήταν το σκοτάδι. Ο άγιος Πέτρος
που έβλεπε από ψηλά την πρόοδο, ήταν πολύ ευχαριστημένος και αποφάσισε να δώσει τη δυνατότητα στον Τζους να χρησιμοποιήσει κάποια
από τα μαγικά που μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν οι άγγελοι. Το σκοτάδι όμως ήταν μια ιδιαίτερη φοβία που απασχολούσε και άλλα παιδιά.
Έπρεπε ο Τζους να το χειριστεί πολύ έξυπνα για να μπορέσει να βρει μία λύση. Εξαφανίστηκε λοιπόν για λίγες μέρες μέχρι να σκεφτεί κάτι.
Ο Φοντί, που είχε συνηθίσει στο μεταξύ την παρουσία του, άρχισε να ανησυχεί. Μετά από λίγες μέρες, ο Τζους εμφανίστηκε με το ένα του πόδι
και το ένα του χέρι στον γύψο. Εκμυστηρεύτηκε στον Φοντί ότι προσπαθώντας να γυρίσει στον ουρανό, έπρεπε να περάσει από ένα σκοτεινό
δωμάτιο που έκρυβε κάποιες παγίδες. Κάνοντας πως δεν γνωρίζει τη φοβία του Φοντί, του ζήτησε την βοήθειά του, για να μπορέσει να βγει
άθικτος από αυτό το σκοτεινό δωμάτιο. Τέρατα και φαντάσματα κυκλοφορούσαν μέσα και τρόμαζαν όποιον έμπαινε. Μόλις το άκουσε αυτό
ο Φοντί πανικοβλήθηκε και πάγωσε από το φόβο του. Εξήγησε στον Τζους την κατάσταση κι ότι ήταν ο πιο ακατάλληλος για να τον βοηθήσει.
Είχαν δεθεί πολύ σαν φίλοι τον τελευταίο καιρό και ήθελε πολύ να κάνει κάτι για να τον βοηθήσει. Δεν ήξερε ότι δεν υπήρχε στο δωμάτιο τίποτα,
κι ότι τα είχε δημιουργήσει ο Τζους με τις μαγικές του ικανότητες. Ο Τζους ήθελε να δώσει ένα ισχυρό κίνητρο στον Φοντί για να ξεπεράσει τις
φοβίες του. Και ποιό είναι πιο ίσχυρό κίνητρο από την επιθυμία να βοηθήσεις τον φίλο σου; Μα φυσικά κανένα. Ο Φοντί αυτοσυγκεντρώθηκε,
πήρε βαθιές ανάσες για να πάρει θάρρος και μπήκε στο σκοτεινό δωμάτιο μαζί με τον φίλο του. Αμέσως, μέσα στο μαύρο σκοτάδι, εμφανίστηκε
ξαφνικά ένας τεράστιος δράκος, που έβγαζε καυτές φλόγες από το στόμα του και άγριες κραυγές. Ο Τζους έκανε τον φοβισμένο στα ψέματα
και κούρνιασε σε μια γωνιά του δωματίου, καλύπτοντας το κεφάλι του. Αυτό ήταν, το κόλπο έπιασε! Ο Φοντί θέλοντας να προστατέψει τον
φίλο του, πήρε θάρρος και όρμησε προς το μέρος του δράκου με τόλμη. Φυσικά ο δράκος εξαφανίστηκε αμέσως, αφού τον έδιωξε ο Τζους στα
κρυφά. Σειρά τώρα είχε ένα γιγάντιο φίδι με τέσσερα κεφάλια, που έμοιαζε στην Λερναία Ύδρα. Μόλις το είδε ο Φοντί να έρχεται καταπάνω του,
κι έτσι όπως είχε ξεθαρέψει από πριν, όρμησε χωρίς να το πολυσκεφτεί και το εξαφάνισε κι αυτό. Ακολούθησε ένας γιγάντιος κροκόδειλος και
αμέσως μετά ένα μονόφθαλμο τέρας που έμοιαζε με δεινόσαυρο. Όλα όμως είχαν την ίδια τύχη. Ο ατρόμητος πλέον Φοντί τα έδιωχνε όλα.
    Όταν τα πράγματα ησύχασαν και το δωμάτιο φώτισε, οι δύο φίλοι αγκαλιάστηκαν σφιχτά. Μόλις είχε ξεπεράσει και τη δεύτερη φοβία του!
Είχε έρθει όμως η ώρα του αποχαιρετισμού. Ο άγιος Πέτρος κοιτούσε με απορία από εκεί ψηλά, περιμένοντας να δει τι θα γίνει με την τρίτη
και μεγαλύτερη φοβία που είχε ο Φοντί με το νερό. Δεν μπορούσε να φύγει ο Τζους αν δεν ολοκλήρωνε την αποστολή του.
Ο Τζους όμως το είχε κι αυτό κανονισμένο! Γύρισε λοιπόν και είπε με πονηριά στον φίλο του.
- Λυπάμαι πολύ αλλά πρέπει να φύγω. Θα μου λείψεις πολύ, είπε φανερά συγκινημένος.
Ο Φοντί δάκρυσε από τη συγκίνηση και του είπε κλαίγοντας:
- Μη φύγεις σε παρακαλώ! Είναι ανάγκη να γυρίσεις πίσω; Δεν μπορείς να μείνεις για λίγες μέρες ακόμη;
- Λυπάμαι, του αποκρίθηκε ο Φοντί. Υπάρχει όμως κάτι που θα μας επιτρέψει να κάνουμε παρέα έστω και από μακριά!!! Θα είναι σαν να είμαστε
δίπλα. Μόνο που δεν ξέρω αν ... και δίστασε να συνεχίσει μασώντας τα λόγια του.
- Μα τι είναι, πες μου, του είπε ο Φοντί με αγωνία.
- Μπορείς αν θέλεις να με βλέπεις και να σε βλέπω μέσα στην αντανάκλαση του νερού, σαν να με βλέπεις στην τηλεόραση. Θα με βλέπεις και
θα με ακούς όλη την ημέρα όποτε εσύ το θέλεις και το ίδιο θα κάνω και γω, του είπε ο Τζους. Αλλά δεν ξέρω κάτα πόσο μπορείς να το κάνεις
αυτό, αφού υπάρχει και αυτή η φοβία που έχεις με το νερό, είπε με νόημα...
- Μα ... δίστασε ο Φοντί. Αφού κατάφερα να μην φοβάμαι στο σκοτάδι και να κάνω φίλο μου τον πιο τρομερό σκύλο της γειτονιάς, νομίζω πως
θα το καταφέρω κι αυτό.
Ο Τζους τον αγκάλιασε και αποχαιρετιστήκανε με λύπη.
Την άλλη μέρα το πρωί, όταν ξύπνησε ο Φοντί για να πάει στο σχολείο και προς μεγάλη έκπληξη της μαμάς του, πήγε κατευθείαν στην τουαλέτα
για να πλύνει το πρόσωπό του! Αυτό ήταν κάτι που δεν το είχε κάνει ποτέ στη ζωή του. Η μαμά του καθόταν και τον κοιτούσε παραξενεμένη.
Δεν ήξερε ότι όση ώρα πλενόταν ο Φοντί , έβλεπε το φίλο του. Το ίδιο έγινε και το βράδυ που γέμισε τη μπανιέρα και την επόμενη μέρα,
και ξανά και ξανά. Φαινόταν πια ολοκάθαρα, ότι όχι μόνο δεν φοβόταν το νερό, αλλά το διασκέδαζε κιόλας με την ψυχή του.
Στη μαμά του βέβαια φαινόταν λίγο παράξενο να τον βλέπει να μιλάει με το νερό, αλλά ήταν σίγουρη πως είχε τους λόγους του.
Αυτός που είχε χάσει τελείως το κέφι του ήταν ο Άγιος Πέτρος, μια και ο Τζους είχε μετατρέψει τον Αγγελοχώρο με τις σκανταλιές του
σε μια τεράστια παιδική χαρά. Ήδη ο Άγιος Πέτρος έψαχνε για την επόμενη αποστολή που θα του αναθέσει...
Ο Άι Βασίλης και η Ονειροχώρα
Μια φορά κι έναν καιρό, στους πρόποδες ενός χιονισμένου βουνού, ζούσε ένας νάνος που τον έλεγαν Φρολ. Μικρός αλλά πολύ δραστήριος και
φιλότιμος, βοηθούσε πάντα όλα τα ζώα του δάσους και όλοι τον αγαπούσαν. Στην κορυφή του βουνού, που ήταν το πιο ψηλό του κόσμου, είχε ακούσει
πως βρισκόταν η Ονειροχώρα. Κανείς δεν είχε ανέβει ποτέ εκεί πάνω, γιατί όλα τα ζώα στο δάσος ήξεραν ότι το κρύο ήταν ανυπόφορο και ο αέρας
που μπορούσες να αναπνεύσεις λιγοστός. Μια μέρα, την ώρα που ο Φρολ ήταν στην ράχη ένος αετού που δεν έβλεπε καλά και τον βοηθούσε να
εντοπίσει τη φωλιά του, έπεσε κατά λάθος από πάνω του και κατρακύλησε στη πλαγιά του βουνού. Σταμάτησε λίγα μέτρα πιο κάτω και μπήκε σε μια
μικρή σπηλιά για να προφυλαχτεί από το κρύο. Κατρακύλησε σε ένα στενό κατηφορικό τούνελ γεμάτο στροφές και πετάχτηκε με ορμή πάνω σ' ένα
καταπράσινο λιβάδι. Κοίτα ξε για λίγο γύρω του και είδε έκπληκτος ότι βρισκόταν στην Ονειροχώρα. Πορτοκαλί και γαλάζια συννεφάκια στον ουρανό,
κόκκινα και κίτρινα δέντρα με πολύχρωμους καρπούς και στρογγυλά σπιτάκια φτιαγμένα από σοκολάτα και πατεσπάνι, σχημάτιζαν μια εικόνα γύρω
του σαν παιδική ζωγραφιά. Σίγουρα ποτέ δεν είχε φανταστεί ότι θ' αντίκρυζε κάτι παρόμοιο. Περιπλανήθηκε χαρούμενος στους δρόμους της παράξενης
πόλης και χάζευε τις τεράστιες τσουλήθρες, τα φουσκωτά αερόστατα και τα ιπτάμενα αμαξάκια.
Υπήρχαν διαφόρων ειδών πλάσματα που κυκλοφορούσαν γύρω του. Από ιπτάμενους δράκους μέχρι μικρά αστεία ξωτικά. Πλάσματα μυθικά σε όλα τα
είδη και τα μεγέθη. Ρομπότ, ιππότες, κόκκινοι ελέφαντες, καφέ μονόκεροι, μικρές όμορφες νεράιδες και μεγάλα τρομακτικά τέρατα συνέθεταν το πιο
απόκοσμο σκηνικό που είχε συναντήσει ποτέ. Όπως του εξήγησαν αργότερα, στην Ονειροχώρα, ο καθένας μπορούσε να είναι ότι πάντα ονειρευόταν!
Από σούπερ ήρωας μέχρι ότι μπορούσε να βάλει ο νους του. - Μα φυσικά, σκέφτηκε ο Φρολ, έτσι εξηγούνται όλα!
     Όλοι φαινόταν χαρούμενοι κι ευτυχισμένοι, αλλά κυρίως φαινόταν βιαστικοί και πολυάσχολοι. Κάτι κουβαλούσαν, κάτι έφτιαχναν, κάτι μαστόρευαν.
Όπως έμαθε αργότερα, ο αρχηγός της Ονειροχώρας ήταν ο Άγιος Βασίλης. Όσοι ζούσαν εκεί, δούλευαν όλο το χρόνο για να κατασκευάσουν τα παιχνίδια
που θα μοίραζαν την πρωτοχρονιά και μόνο για την ημέρα εκείνη όλοι μεταμορφώνονταν σε Άγιο Βασίλη και προσπαθούσαν να μοιράσουν τα δώρα
ταυτόχρονα σε κάθε γωνιά της γης. Όλοι είχαν τον ίδιο σκοπό. Να βοηθήσουν τον Άγιο Βασίλη στο δύσκολο έργο που είχε αναλάβει. Δεν έπρεπε να
μείνει ούτε ένα παιδάκι χωρίς δώρο.
    Στο κέντρο της Ονειροχώρας βρισκόταν ένα τεράστιο πολύχρωμο κτίριο που έμοιαζε με πύργο. Ήταν το εργοστάσιο κατασκευής των παιχνιδιών.
Στην κορυφή του έμενε ο Άγιος Βασίλης που ήταν πάντα πολυάσχολος και αγχωμένος. Έπρεπε να προβλέψει και να κατασκευάσει ότι παιχνίδι θα
μπορούσαν να του ζητήσουν τα παιδάκια, και να το έχει έτοιμο πριν το γράψουν στο σημείωμα που έβαζαν στο χριστουγεννιάτικο δέντρο. Είχε λοιπόν
μια ομάδα βοηθών, που η δουλειά τους ήταν να παρακολουθούν τη μαγική στρόγγυλη γυάλα και να μαζεύουν πληροφορίες από τη σκέψη των παιδιών
για τα δώρα που επρόκειτο να ζητήσουν. Αυτό λοιπόν και έκαναν και μόλις ανακάλυπταν κάτι καινούριο το οποίο δεν το είχαν φτιάξει ποτέ, έδιναν
αμέσως εντολή στους οργανωτές των πιο χαμηλών ορόφων, για να μπουν στην παραγωγή.
   Όλα πήγαιναν ρολόι και ποτέ δεν είχε μείνει κανένα παιδί ανικανοποίητο. Ακόμη και τα πιο παράξενα δώρα ήταν πάντα έτοιμα στην ώρα τους.
Το πιο παράξενο όμως απ' όλα ήταν ότι ο μόνος που δεν είχε πάρει ποτέ δώρο στη ζωή του ήταν ο Άγιος Βασίλης.
Τι δώρο όμως μπορούσες να κάνεις σε κάποιον που τα είχε όλα και ποτέ δεν του έλειψε τίποτα.
- Α! μα φυσικά, σκέφτηκε ο Φρολ, θα του χαρίσω διακοπές και ξεκούραση. Αμέσως μεταμορφώθηκε σε Άι Βασίλη και ανέβηκε στην κορυφή του κτιρίου
και συνάντησε τον πραγματικό. Αυτός, άλλο που δεν ήθελε. Χάρηκε τόσο πολύ μ' αυτήν την αναπάντεχα ευχάριστη έκπληξη, που αμέσως ετοίμασε
τις βαλίτσες του κι εξαφανίστηκε λέγοντας πως θα γυρίσει σε έναν μήνα.
Ο Φρολ μόλις ανέλαβε καθήκοντα, κατάλαβε ότι όλα λειτουργούσαν τόσο τέλεια που δεν χρειαζόταν καν η επίβλεψή του. Εξάλλου ο βοηθός του
Άι Βασίλη, ο μεγαλόσωμος χιονάνθρωπος Μπέρτι, πάντα οργάνωνε τα πάντα και φρόντιζε για όλα.
Υπήρχε όμως κάτι που τον ενοχλούσε από την πρώτη στιγμή. Μπορεί όλα  τα παιδιά να έπαιρναν τα δώρα που ζητούσαν, τι γινόταν όμως με τα
παιδιά που δεν ζητούσαν τίποτα; Υπήρχαν εκατομμύρια παιδιά σ' όλο τον κόσμο που ή δεν γνώριζαν για τον Άι Βασίλη, ή δεν μπορούσαν να
ζητήσουν κάποιο παιχνίδι λόγω αδυναμίας και αρρώστιας. Παιδιά που δούλευαν από το πρωί ως το βράδυ, άλλα που δεν είχαν σπίτι να μείνουν και
τροφή και άλλα που ζούσαν σε χαλάσματα και συμμετείχαν σε πολέμους. Μα φυσικά, αυτά τα παιδιά δεν σκέφτηκαν ποτέ να αποκτήσουν κάποιο
παιχνίδι, αφού αντιμετώπιζαν τόσο σοβαρά προβλήματα, κι έτσι ποτέ δεν είχε διαβαστεί η σκέψη τους από τη μαγική στρογγυλή γυάλα.
- Νομίζω πως πρέπει να κάνουμε κάτι γι' αυτά τα παιδιά οπωσδήποτε, σκέφτηκε  μεγαλόφωνα ο Φρολ. Ο Μπέρτι ο βοηθός που τον άκουσε,
προσφέρθηκε αμέσως να τον βοηθήσει. Κάλεσαν γενική συνέλευση όλων των πλασμάτων της Ονειροχώρας, γιατί το ζήτημα ήταν πολύ σοβαρό.
Έπρεπε να βρεθεί τρόπος να βοηθηθούν όλα τα παραμελημένα παιδιά και όχι δίνοντάς τους παιχνίδια, αλλά πράγματα που τα είχαν μεγαλύτερη ανάγκη.
         Στη γενική συνέλευση καταμετρήθηκαν όλοι και διαπίστωσαν ότι τα άτομα δεν ήταν αρκετά γι' αυτήν την αποστολή. Αμέσως στάλθηκαν
αγγελιοφόροι σε όλα τα κοντινά δάση και ενημερώθηκαν για αυτό το εγχείρημα όλα τα ζώα των δασών. Προθυμοποιήθηκαν όλα με μεγάλη χαρά και
ξεκίνησαν να έρχονται στην Ονειροχώρα. Φυσικά όλα τα ζώα μεταμορφώθηκαν σε άλλα ζώα ή σε άλλα μυθικά και φανταστικά πλάσματα που είχαν
στο μυαλό τους. Ο μεγάλος ελέφαντας μεταμορφώθηκε σε ένα λεπτοκαμωμένο ελαφάκι που χοροπηδούσε με ευκολία και έτρεχε γρήγορα. Η κυρία κότα
μεταμορφώθηκε σε ένα άγριο και θαραλλέο λιοντάρι, μια και είχε βαρεθεί να ζει με τον φόβο και στο περιθώριο. Η ψηλή καμηλοπάρδαλη έγινε κοντή
νυφίτσα, για να δει πως φαίνεται ο κόσμος από χαμηλά. Η παράφωνη καρακάξα μεταμορφώθηκε σε μελωδικό αηδονάκι και η μικρή πεταλουδίτσα
σε έναν μεγαλόπρεπο αετό. Πολλά από τα ζωάκια όμως μεταμορφώθηκαν σε νεράιδες και ξωτικά, ιππότες και δράκους, ακόμη και σε δεινόσαυρους.
Έτσι οι περισσότεροι από αυτούς είχαν τη ικανότητα να διανύσουν μεγάλες αποστάσεις, είτε κάνοντας μεγάλες δρασκελιές είτε πετώντας.
   Η αποστολή ξεκίνησε αμέσως. Όσοι συμμετείχαν έπρεπε να γυρίσουν όλο τον κόσμο ψάχνοντας ακόμη και στις πιο απομακρυσμένες περιοχές
για παιδιά που χρειάζονταν βοήθεια. Όλοι κουβαλούσαν μαζί τους τη μαγική χτένα του Άι Βασίλη. Τη χτένα αυτή την χρησιμοποιούσε για να χτενίζει
την γενειάδα του, αλλά είχε την μαγική ιδιότητα να πραγματοποιεί πέντε επιθυμίες την ημέρα. Απλά έπρεπε να χτενίσεις τα μαλλιά του παιδιού που
ήθελες να βοηθήσεις και οι επιθυμίες γίνονταν πραγματικότητα.
    Τα παιδιά ήταν πολλά και δυστυχισμένα. Οι επιθυμίες που είχαν ήταν λίγες και απλές. Φαγητό, σπίτι, υγεία, και την αγάπη των γονιών τους,
δηλαδή τα βασικά. Ο Φρολ που έφτασε στην άκρη της Αφρικής, εντυπωσιάστηκε από τα πεινασμένα παιδιά που συνάντησε.
- Τι χρειάζεσαι κοριτσάκι μου; ρώτησε ένα μικρό σκελετωμένο κοριτσάκι που ήταν έξω από μια φτωχική καλύβα. - Τι δώρο θέλεις να σου κάνω;
- Ε.. να, απάντησε το κοριτσάκι. Αν γίνεται να μου δώσεις πολύ νερό, για να μην πηγαίνω και κουβαλάω κάθε μέρα από το ποτάμι.
- Και βέβαια είπε ο Φρολ. Και πόσο μακριά είναι το ποτάμι, ρώτησε με περιέργεια.
- Ε.. να, ξεκινάω το πρωί και γυρίζω το βράδυ.
- Καλά είπε ο Φρολ, και πόσο νερό κουβαλάς;
- Περίπου 4 με 5 μπουκάλια. Μας φτάνουν για μία με δύο μέρες. Όταν γυρνάω όμως το βράδυ, φοβάμαι πολύ τα άγρια θηρία και κουβαλάω μαζί μου
και την ξύλινη κούκλα μου για να με προστατεύει.
Ο Φρολ της χτένισε τα μαλλιά και της είπε αφού έκανε τα μαγικά του.
- Τώρα κοριτσάκι μου έχεις φτερά και θα μπορείς να πηγαίνεις πετώντας όπου θέλεις χωρίς να φοβάσαι τίποτα. Πίσω από το σπίτι στην αυλή σου
θα βρεις σπαρμένα στο χωράφι σου όλα τα καλά για να μην πεινάσεις ποτέ. Μέσα στο σπίτι σου θα βρεις φάρμακα για να γίνεσαι καλά κάθε φορά
που αρρωσταίνεις, και για να είναι και οι γονείς σου καλά να σε φροντίζουν.
  Όπως ήταν φυσικό το κοριτσάκι τον αγκάλιασε σφιχτά και δεν τον άφηνε να φύγει. Με μεγάλη λύπη του ο Φρολ ξεκίνησε για τον επόμενο προορισμό.
Κάθε μέρα που περνούσε επισκέπτονταν περίπου 40 - 50 παιδιά. Σχεδόν όλα τα βοηθούσε με τον ίδιο τρόπο, (φαγητό, φάρμακα, νερό και φτερά για να
πετάνε). Μετά από λίγες μέρες κι ενώ ήταν έτοιμος να φύγει από την Αφρική και να ταξιδέψει σε πιο ψυχρά κλίματα, παρατήρησε μια μεγάλη αλλαγή
γύρω του. Ο ουρανός ήταν γεμάτος με ιπτάμενα παιδάκια, που από μακριά έμοιαζαν με μέλισσες και πεταλούδες. Όλα τα παιδιά που είχαν πλέον το
στομάχι τους γεμάτο και είχαν ξαναβρεί την χαμένη τους ενέργεια και το κέφι τους, πετούσαν από δω κι από κει μεταφέροντας και φτιάχνοντας
διάφορα πράγματα γύρω τους. Έχτισαν σχολεία και σπίτια, δρόμους και αυλάκια για να μεταφέρεται το νερό από τα ποτάμια, μέχρι και ξύλινες
τσουλήθρες και παιδικές χαρές. Το κέφι και η ζωντάνια ήταν ολοφάνερη και ο Φρολ ξεκίνησε το επόμενο ταξίδι του απόλυτα ικανοποιημένος.
   Εντωμεταξύ στην Ονειροχώρα επέστρεψε ο Άγιος Βασίλης, που όταν είδε τι γινόταν στον πύργο του στεναχωρέθηκε. Όταν τα ξωτικά του εξήγησαν
τι είχε συμβεί κι ότι όλα λειτουργούν κανονικά, χάρηκε και αποφάσισε να πετάξει με το έλκηθρό του σε μέρη μακρινά, για να βοηθήσει κι αυτός.
Έτσι κι αλλιώς ήταν κάτι που το είχε σκεφτεί και στο παρελθόν να το κάνει, απλά δεν έβρισκε ποτέ τον χρόνο. Όταν έφτασε πάνω από την πρώτη πόλη,
και προς μεγάλη του έκπληξη, σφαίρες από όπλα άρχισαν να περνούν από δίπλα του σφυρίζοντας. Τρομαγμένος, προσγειώθηκε παραδίπλα και
αφουγκράστηκε να δει τι γίνεται. Σε όλη την πόλη επικρατούσε πανικός, αφού οι άνθρωποι νόμιζαν ότι δέχονται επιδρομή τεράτων. Όλα τα εξωτικά
πλάσματα που κυκλοφορούσαν στον ουρανό και τη γη, ως απεσταλμένοι του Άι Βασίλη που είχαν πάει για να βοηθήσουν, τρόμαξαν τους πολίτες που δεν
ήξεραν τι συμβαίνει. Δεν είναι και τόσο εύκολο να βλέπεις μονόκερους και δεινόσαυρους να κυκλοφοράνε στους δρόμους και να μην τρομάξεις!
Ούτε είναι εύκολο να βλέπεις δράκους και σούπερ ήρωες να πετάνε στον ουρανό.
   Ο Άγιος Βασίλης προσπάθησε να ηρεμήσει τα πνεύματα αλλά όπως ήταν φυσικό ακόμα και η δική του παρουσία φαινόταν παράξενη στον κόσμο.
Χωρίς να χάνει καιρό, τύπωσε και μοίρασε ενημερωτικά φυλλάδια, εξηγώντας την κατάσταση στον κόσμο. Έπειτα έκανε και ανακοινώσεις στην
τηλεόραση και μετά στο ραδιόφωνο. Σε λίγες μέρες, τα νέα μαθεύτηκαν σε όλο τον κόσμο και οι άνθρωποι όχι μόνο ηρέμησαν, αλλά ζητούσαν ακόμη
και οι ίδιοι να συμμετέχουν. Το αποτέλεσμα ήταν εκπληκτικό. Όλα τα φτωχά μέρη του πλανήτη μεταμορφώθηκαν ως δια μαγείας και τα παιδιά έγιναν
ευτυχισμένα ως την άκρη του κόσμου. Οι πόλεις όμως δεν χωρούσαν όλα αυτά τα παράξενα πλάσματα που κατά χιλιάδες είχαν μεταμορφωθεί
οι άνθρωποι. Κάτι έπρεπε να γίνει με τους στενούς δρόμους και τα ψηλά κτίρια.
  Τότε ο Άι Βασίλης είχε ακόμη μια καλή ιδέα. Πήγε με τους βοηθούς του στην Ονειροχώρα και πήραν από μια χούφτα γρασίδι. Φύτεψαν ένα κομάτι
από το μαγικό γρασίδι σε κάθε πόλη και αμέσως οι πόλεις άλλαξαν. Στη θέση των ψηλών κτιρίων φύτρωσαν πολύχρωμα βουναλάκια, φτιαγμένα από
καουτσούκ. Μεγάλες τρύπες σαν σπηλιές ήταν οι πόρτες των σπιτιών και επικοινωνούσαν μεταξύ τους με εσωτερικές τσουλήθρες. Οι δρόμοι πλάτυναν
και γαλάζια ποταμάκια εμφανίστηκαν στις άκρες. Τα αμάξια άλλαξαν κι έγιναν λαστιχένια. Οι πινακίδες στους δρόμους έγιναν μεγάλα ζαχαρωτά και
τα φανάρια γιγάντια γλυφιτζούρια. Όλοι οι γονείς βγήκαν στους δρόμους κι έπαιζαν σαν μικρά παιδιά.
   Εκείνη την ώρα επέστρεψε και ο Φρολ με την ομάδα του. Αμέσως μπήκε στο κλίμα και άρχισε να χορεύει και να παίζει με τον Άη Βασίλη και
τους υπόλοιπους. Και η γιορτή συνεχίστηκε...
Το μαγικό μολύβι
Τα ξεχωριστά διδυμάκια
Μια φορά κι έναν καιρό, γεννήθηκαν δυο πανέμορφα διδυμάκια, ένα αγοράκι κι ένα κοριτσάκι. Πολύ χαρούμενα κι ευτυχισμένα μωράκια, όλη μέρα
έπαιζαν μεταξύ τους. Το αγόρι το βάφτισαν με το όνομα Σπάρκυ και το κορίτσι με το όνομα Μίρκα. Οι γονείς τους τα υπεραγαπούσαν και τα μεγάλωναν
με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.
   Μετά από περίπου  δύο χρόνια, όταν έπρεπε να κάνει ο Σπάρκυ μια ιατρική εξέταση, χρειάστηκε να χωριστούν τα αδερφάκια για πρώτη φορά.
Τότε ο πατέρας παρατήρησε κάτι ασυνήθιστο. Ο Σπάρκυ έδειχνε ιδιαίτερα νευρικός και κινητικός. Περπατούσε πέρα δώθε κάνοντας κινήσεις με
τα χέρια του και νοήματα με το κεφάλι του. Αυτό συνεχίστηκε μέχρι την ώρα που γύρισαν σπίτι, όπου και έσμιξε με την αδερφή του. Την επόμενη μέρα
ο μπαμπάς τα ξαναχώρισε τα διδυμάκια επίτηδες, αλλά αυτή τη φορά έμεινε κοντά στην Μίρκα. Το κοριτσάκι είχε τις ίδιες αντιδράσεις με τον αδερφό του.
Από τότε και για τα επόμενα 4 χρόνια, οι γονείς τους προσπαθούσαν να μην τα χωρίζουν ποτέ, παρά μόνο αν ήταν τελείως απαραίτητο.
   Όταν τα παιδάκια έφτασαν στο έβδομο έτος της ζωής τους, συνέβη κάτι πολύ δυσάρεστα αναπάντεχο. Οι γονείς τους πέθαναν σε ένα αυτοκινητιστικό
δυστήχημα. Έκλαιγαν και τα δύο συνεχώς για αρκετές βδομάδες, αλλά στο τέλος βρήκαν παρηγοριά μεταξύ τους αφού είχαν ό ένας τον άλλον.
Οι κοινωνικοί λειτουργοί τα πήγαν σε ένα ορφανοτροφείο, όπου και εγκαταστάθηκαν μέχρι να βρεθούν καινούργιοι γονείς για να τα υιοθετήσουν.
Τα κρεβάτια τους ήταν το ένα πάνω από το άλλο, αλλά κάθε βράδυ κοιμόντουσαν αγκαλίτσα στο κάτω και λίγο πριν το πρωινό ξύπνημα, σηκωνόταν
η Μίρκα κρυφά και πήγαινε στο πάνω, για να μην τους κάνουν παρατήρηση.  Ένα βράδυ, λίγο πριν κοιμηθούν, συζητούσαν χαμηλόφωνα για τα πράγματα
που θα ήθελαν να ονειρευτούν μόλις τους έπαιρνε ο ύπνος.
- Εγώ, λέει η Μίρκα, θέλω να ονειρευτώ ότι καβαλάω ένα ιπτάμενο άσπρο άλογο, και κάνω βόλτες ψηλά στον ουρανό, εκεί που ξεπροβάλλει ο ήλιος.
- Εγώ, λέει ο Σπάρκυ, θέλω να ονειρευτώ ότι ταξιδεύω στη πιο γαλάζια θάλασσα, μ' ένα ψηλό πειρατικό καράβι και κάθε 2-3 μέρες να επισκέπτομαι
διαφορετικά και πανέμορφα νησάκια. Το καράβι μου όμως δεν θέλω να είναι ξύλινο, ούτε σιδερένιο. Θέλω να έχει κόκκινο χρώμα και να είναι πλαστικό
για να μην σκουριάσει ποτέ απ' την αρμύρα. Να κολυμπάω παρέα με τα δελφίνια και να βοηθώ όσους έχουν την ανάγκη μου.
  Κράτησαν σφιχτά ενωμένα τα χέρια τους και αποκοιμήθηκαν σε λίγα λεπτά. Τότε όμως συνέβη κάτι μαγικό.
Την ώρα που η Μίρκα έβλεπε στον ύπνο της ότι πετάει στον ουρανό με το άλογο που τόσο αγαπούσε, κοιτάζοντας κάτω προς τη θάλασσα, διέκρινε ένα
κόκκινο καράβι, όπως αυτό που της είχε περιγράψει ο αδερφός της. Κατεύθυνε το άλογο προς τα κει και προς μεγάλη της έκπληξη, είδε τον Σπάρκυ
ανεβασμένο στο πελώριο τιμόνι του καραβιού, να προσπαθεί να το κατευθύνει.
Η χαρά του όταν την είδε να πλησιάζει το πλοίο ήταν πολύ μεγάλη. Ρίξαν την άγκυρα κοντά σε ένα όμορφο νησάκι και κολυμπώντας φτάσαν στην ακτή.
Εκεί άρχισαν να παίζουν ανέμελα, χωρίς περιορισμούς, όλα τα παιχνίδια που τους είχαν λείψει. Ξεκίνησαν με κρυφτό πίσω από τα βράχια, συνέχισαν
με διαγωνισμό αναρρίχησης στα ψηλά δέντρα και τελείωσαν με πετροπόλεμο και κυνηγητό. Έπειτα, αφού το παιχνίδι τους άνοιξε την όρεξη, μάζεψαν
όλων των ειδών τα φρούτα κι έφτιαξαν μια φρουτόσαλάτα που θα τη ζήλευαν ακόμη και οι θεοί του Ολύμπου. Χουρμάδες, καρύδες, κατακκόκινες
φράουλες και κεράσια, μπανάνες και ανανάδες, και τόσα άλλα... Αφού έφαγαν και κάθισαν να ξεκουραστούν τους πήρε ο ύπνος και ξύπνησαν φυσικά...
στο κρεβάτι του ορφανοτροφείου. Συνεπαρμένοι ακόμη από το όνειρο, κρυφογέλασαν ευτυχισμένα και κατάλαβαν ότι τους συνέδεε κάτι μαγικό, κάτι πολύ
περισσότερο από μια αδερφική αγάπη. Μπορούσαν μ' αυτόν τον τρόπο να πραγματοποιούν στον ύπνο τους, τις πιο φανταστικές επιθυμίες που θα μπορούσε
να έχει κάποιο παιδί.  Κι έτσι κι έκαναν. Τα επόμενα βράδια στον ύπνο τους ξανασυναντήθηκαν και πήγαν στα πιο απίθανα μέρη. Σε μαγικές σπηλιές,
σε πανέμορφους καταρράκτες, σε πολύχρωμα κάστρα και σε πανέμορφες θάλασσες. Κολύμπησαν, έκαναν ιππασία, τοξοβολία, καβάλησαν δελφίνια κι
έφαγαν τροφές που δεν είχαν ξαναφάει, που δεν υπήρχαν στο δικό τους κόσμο.
  Αυτό συνεχίστηκε για πολλές μέρες ακόμη ώσπου μια μέρα ήρθε να διαταράξει την ευτυχία τους ένα πολύ δυσάρεστο γεγονός. Η διευθύντρια του ιδρύματος
τους ανακοίνωσε ότι είχε βρεθεί μια οικογένεια που είχε αποφασίσει να υιοθετήσει την Μίρκα, αλλά δεν μπορούσε να πάρει και τον Σπάρκυ, οπότε
αναγκαστικά θα έπρεπε τα δυο αδερφάκια να χωριστούν για πάντα. Φυσικά η στεναχώρια τους ήταν μεγάλη και δεν σταμάτησαν να κλαίνε από εκείνη
τη στιγμή και μετά. Όσο και να έκλαιγαν όμως αυτό δεν μπορούσε να αλλάξει. Έτσι χωρίστηκαν, αφού όμως υποσχέθηκαν μεταξύ τους να συναντιούνται
κάθε βράδυ στον ύπνο τους, όπως και έκαναν. Κάθε βράδυ βρισκόντουσαν στο ίδιο μέρος που είχε αραγμένο το καράβι του ο Σπάρκυ. Ερχόταν η Μίρκα
από τον ουρανό, πάνω στο άσπρο άλογό της, μ' ένα πλατύ χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό της, έδενε το άλογό της στο κατάστρωμα και το παιχνίδι
ξεκινούσε... και δεν τελείωνε αν δεν έπεφταν αποκαμωμένα να κοιμηθούν και να ξυπνήσουν στη συνέχεια στα δικά τους κρεβάτια.
  Μια μέρα, η Μίρκα άργησε να φανεί και όταν ήρθε ήταν πολύ λυπημένη και αδιάθετη. Εκμυστηρεύτηκε στον αδερφό της ότι οι θετοί γονείς της δεν της
φερόντουσαν καλά και τη μάλωναν με το παραμικρό. Την έβαζαν συνέχεια τιμωρίες και της φώναζαν δυνατά. Πολλές φορές μάλιστα, την έκλειναν και
σ' ένα σκοτεινό δωμάτιο για ώρες. Ο καυμένος ο Σπάρκυ τρελάθηκε από τη στεναχώρια του. Απογοητεύτηκε τόσο πολύ που αποφάσισε να βρει
οπωσδήποτε έναν  τρόπο ώστε να την πάρει από εκείνο το σπίτι και να ζήσουν κάπου οι δυο τους.
  Την άλλη μέρα που ξύπνησε στο ίδρυμα, ζήτησε από την κυρία τους αν είχε να του δώσει κάποιο βιβλίο Φυσικής ή Χημείας από το γυμνάσιο.
- Μα τι να το κάνεις εσύ ένα τέτοιο βιβλίο; τον ρώτησε απορρημένη η δασκάλα του, αφού είσαι μόλις οκτώ χρονών!
- Ψάχνω κάτι μυστικό, που δεν μπορώ να το αποκαλύψω σε κανέναν, της είπε με μια αφοπλιστική αφέλεια που διακρίνει τα παιδιά.
Η δασκάλα του δεν του τα αρνήθηκε και μόλις του τα' δωσε ξεκίνησε το διάβασμα. Σε λίγες μέρες ζήτησε κι ένα βιβλίο Γεωγραφίας της ίδιας τάξης.
Όταν μετά από καιρό μελέτησε καλά τα δυο βιβλία, ήξερε πια τι έπρεπε να κάνει. Γι'αυτό και παρακαλόυσε κάθε βράδυ την αδερφή του να κάνει υπομονή.
Της είχε υποσχεθεί ότι σύντομα, θα γλιτώνανε μια για πάντα από τα προβλήματά τους και θα μπορούσαν να ζήσουν ευτυχισμένα το υπόλοιπο της ζωής τους.
   Την Κυριακή το πρωί, την ώρα που έφευγαν από την εκκλησία, ζήτησε ο Σπάρκυ να πάει στην τουαλέτα, πιάνοντας το στομάχι του και κάνοντας
μορφασμούς πόνου. Αφού πήρε την άδεια, το' σκασε αμέσως τρέχοντας σα βολίδα προς το σπίτι της Μίρκας. Πήρε από το πάρκο δύο αδέσποτα σκυλάκια
και έδεσε το ένα στην πίσω αυλή του σπιτιού και το άλλο στην μπροστινή. Αυτά άρχισαν αμέσως να γαυγίζουν και να κάνουν φασαρία. Η μητριά της Μίρκας
πήγε στην μια πλευρά του σπιτιού και ο πατριός της στην άλλη. Ο Σπάρκυ βρήκε την ευκαιρία και έκλεψε την αδερφή του κι έτρεξαν γρήγορα μακριά.
Μπροστά από έναν κάδο σκουπιδιών βρήκαν δύο πατίνια που ήταν σχεδόν ολοκαίνουργια. Τα καβάλησαν και ξεκίνησαν με πορεία προς το βουνό.
- Μα που πάμε; ρώτησε με απορία η Μίρκα.
- Μην ανησυχείς, τα έχω προβλέψει όλα, της είπε ο αδερφός της με σιγουριά!
Μετά από ώρα έφτασαν στους πρόποδες του ψηλότερου βουνού της χώρας.
- Πρέπει να φτάσουμε στην κορυφή, είπε ο Σπάρκυ με σφιγμένια δόντια, θέλοντας να εμπνεύσει και να προετοιμάσει την Μίρκα για το δύσκολο ταξίδι που
θ'ακολουθούσε. Η Μίρκα τον ακολούθησε αδιαμαρτύρητα, αφού του είχε τυφλή εμπιστοσύνη.
  Το ταξίδι κράτησε αρκετές μέρες, αλλά μόνο όταν έφτασαν στην κορυφή, ο Σπάρκυ  της εξήγησε τι είχε σκοπό να κάνει.
- Εδώ πάνω, είπε ξεκινώντας, είναι το πιο κρύο μέρος της χώρας. Η θερμοκρασία δεν ανεβαίνει ποτέ πάνω από το μηδέν. Αν κάποιος άνθρωπος κοιμηθεί
σ'αυτήν τη θερμοκρασία, θα διατηρηθεί ζωντανός για πάντα, η τουλάχιστον μέχρι κάποιος άλλος να τον βρει και να τον ξεπαγώσει. Αν κρυφτούμε καλά, δεν
θα μπορέσει να μας βρει ποτέ κανείς κι έτσι θα μπορέσουμε να συναντηθούμε στον ύπνο μας και να ζήσουμε εκεί για πάντα.
- Και ποιό μέρος λες να διαλέξουμε για να ζήσουμε, ρώτησε με περιέργεια η Μίρκα; Το νησάκι που είναι αραγμένο το καράβι σου;
- Νομίζω πως είναι καλύτερα να ψάξουμε για το μέρος που ζουν ο μπαμπάς και η μαμά, είπε ο Σπάρκυ με ενθουσιασμό! Σίγουρα θα είναι κάπου εκεί ψηλά!
- Μα βέβαια, έχεις δίκιο, του απάντησε η Μίρκα χαμογελώντας, πως δεν το σκέφτηκα!
Αμέσως άρχισαν να σκάβουν στο παγωμένο έδαφος φτιάχνοντας μια αυτοσχέδια φωλιά κάτω από τα χιόνια, για να φιλοξενήσει το σώμα τους. Σε λίγη ώρα,
χώθηκαν μέσα, σκεπάστηκαν με χιόνι και κλαδιά από τα δέντρα, πιάστηκαν χέρι χέρι και ... αποκοιμήθηκαν.
   Τα σύννεφα ήταν πυκνά και ο ήλιος δεν φαινόταν πουθενά.
- Μα που βρισκόμαστε, ψέλλισε η Μίρκα τρομαγμένη! ΔΕν βλέπω ούτε τον ήλιο ούτε τίποτα.
- Μην ανησυχείς, της είπε ο Σπάρκυ καθησυχαστικά, είμαι σίγουρος ότι αν ψάξουμε εδώ πάνω, σίγουρα κάπου θα τους βρούμε.
Της έπιασε το χέρι και άρχισαν να πετάνε ανάλαφρα σαν πεταλούδες, πότε περνώντας μέσα από τα σύννεφα και πότε γύρω από αυτά. Σε λίγα λεπτά
διάκριναν τις ακτίνες του ήλιου και στο βάθος είδαν αμυδρά τα χρώματα της ίριδας.
- Να εκεί, είπε δυνατά ο Σπάρκυ, το βλέπεις το ουράνιο τόξο, είμαι σίγουρος πως η μαμά και ο μπαμπάς θα βρίσκονται κάπου εκεί κοντά!
Πλησίασαν το πελώριο ουράνιο τόξο με αγωνία και αμέσως τους περιέλουσαν όλα τα εκθαμβωτικά χρώματα που νωρίτερα είχαν θαυμάσει.
Εκεί που ενώνονταν το κόκκινο με το κίτρινο χρώμα, πετούσε ανέμελα ένα μικρό αγγελάκι που μόλις τους είδε τους πλησίασε χαρούμενο.
- Είστε καινούργιοι εδώ; τους ρώτησε, θέλετε να σας ξεναγήσω; - Και βέβαια του απάντησαν και οι δύο με μία φωνή.
- Το μωβ το χρώμα είναι η πύλη για τους ηλικιωμένους. Εκεί ξεκουράζονται οι παππούδες και οι γιαγιάδες με ηρεμία. Το μπλε είναι για τα παιδιά
και το κόκκινο για τους εφήβους. Το πορτοκαλί είναι για τους γονείς και το κίτρινο για τους νέους και ειδικά για τους ερωτευμένους.
- Και που μπορούμε να βρούμε τους γονείς μας, που έχουν πεθάνει εδώ και πολλά χρόνια, ρώτησε η Μίρκα με αγωνία;
- Μετά από κάθε βροχή, την ώρα που τα χρώματα λάμπουν περισσότερο, οι πύλες των χρωμάτων ανοίγουν και όσοι θέλουν μπορούν να βγουν ή να μπουν,
τους εξήγησε το αγγελάκι. Μόνο όμως μέχρι την επόμενη βροχή ή καταιγίδα τους τόνισε, γιατί οι ψυχές είναι πολύ ελαφριές και μπορεί να τις παρασύρει
ο άνεμος πολύ μακριά, σε μέρη που το ουράνιο τόξο δεν εμφανίζεται ποτέ. Τότε, θα μείνουν για πάντα αποκλεισμένοι!
  Τα δυο αδερφάκια, έκατσαν στην άκρη από ένα σύννεφο και περίμεναν υπομονετικά να ανοίξουν οι πύλες. Μετά τη βροχή και μόλις τα χρώματα
φώτισαν αρκετά, οι πύλες άνοιξαν. Αμέσως ξεχύθηκαν μέσα και αντίκρυσαν ακριβώς το ίδιο μέρος που έπαιζαν κάθε μέρα στον ύπνο τους. Το κόκκινο
καράβι, τη γαλάζια θάλασσα, τα νησάκια. Μα πως ήταν αυτό δυνατόν; Όπως τους εξήγησε, ένα παιδάκι που έπαιζε δίπλα τους, ο κόσμος αυτός περιβάλλεται
από τοπία και τοποθεσίες που ο καθένας έχει στο μυαλό του και όχι από κάτι συγκεκριμένο. Είναι ένας κόσμος διαφορετικός για τον κάθε επισκέπτη και
εμφανίζεται ότι υπάρχει στην φαντασία του! Έτσι αν τα διδυμάκια είχαν στο μυαλό τους τα μέρη που αγαπούσαν και που έπαιζαν, σ' αυτά θα ζούσαν εκεί
για πάντα.
  Περιπλανήθηκαν για λίγη ώρα πετώντας, ψάχνοντας αριστερά και δεξιά για τους γονείς τους, αλλά μάταια. Δεν υπήρχε πουθενά κάποιο ίχνος τους.
Μήπως, αναρωτήθηκε η Μίρκα, έπρεπε να ψάξουν σε κάποιο μέρος που θα ήθελαν να ζήσουν οι γονείς τους και όχι στο δικό τους;
- Μα βέβαια, αναφώνησε ο Σπάρκυ με χαρά. Πως δεν το είχαν σκεφτεί νωρίτερα; Στους γονείς τους άρεσε πολύ να κάνουν βόλτες με το αμάξι τους.
Είχαν λοιπόν το νου τους για κάποιο αυτοκινητόδρομο ή κάποιο αμάξι ή κάτι παρόμοιο. Τότε αντίκρυσαν, στο βάθος, πίσω από κάποια σύννεφα, ένα μακρύ
διάδρομο, με στροφές και ανηφόρες και κατηφόρες, σαν από τρενάκι Λουνα Πάρκ. Πλησίασαν για να δουν καλύτερα και αντίκρυσαν μια τεράστια πίστα
αγώνων για αμάξια, όπως αυτές που υπάρχουν στα επιτραπέζια παιχνίδια, αλλά σε μεγάλη διάσταση.  Οι δρόμοι ήταν φτιαγμένοι από λάστιχο και τα
αυτοκίνητα φτιαγμένα από πολύχρωμα σφουγγάρια. Τα φανάρια και οι πινακίδες, που έμοιαζαν με ζαχαρωτά, ξεπρόβαλλαν από κάθε γωνιά, λες και ήθελαν
να σε μπερδέψουν. Τα αμάξια προσπερνούσαν το ένα το άλλο με ταχύτητα, σε μια πίστα που έμοιαζε με λαβύρινθο, αλλά με μαγικό τρόπο κανένα
δεν χτυπούσε πάνω στο άλλο.
  Αφού παρακολούθησαν για λίγη ώρα την κίνηση, τα διδυμάκια άρχισαν να ψάχνουν πιο προσεκτικά. Ήξεραν ότι ο μπαμπάς τους είχε μια αδυναμία
στα αμάξια αντίκες. Εντόπισαν λοιπόν, σχεδόν αμέσως, ένα παλιό αυτοκίνητο που κινούταν πιο αργά από τα υπόλοιπα. Πέταξαν προς το μέρος του
και αντίκρυσαν προς μεγάλη τους έκπληξη, το μπαμπά και τη μαμά τους να κάθονται αναπαυτικά στα καθίσματα και να απολαμβάνουν τη βόλτα τους
ευτυχισμένοι. Η ευτυχία τους έγινε διπλή όταν συνάντησαν τα παιδιά τους και αφού αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν ξεκίνησαν να φτιάξουν μαζί και με τη
βοήθεια της φαντασίας τους, το καινούργιο περιβάλλον που επρόκειτο να ζήσουν.
  Η θάλασσα καταγάλανη, ο ήλιος φωτεινός, το καράβι κατακκόκινο και μέσα από τα κύματα ξεχύνονταν ανηφοριές και κατηφοριές, δρόμοι και δρομάκια.
Όλη μέρα παιχνίδι, κολύμπι, βόλτες με το αμάξι και το άσπρο άλογο και το βράδυ παρέα μέχρι να τους πάρει ο ύπνος. Που να πάει το μυαλό των ανθρώπων
που ζούσαν στη γη, πόσο ωραία περνούσαν εκεί πάνω...
Top
Top
Ο Στρατηγός των μικροβίων
Μια φορά κι έναν καιρό, σ'ένα πανέμορφο και πλούσιο κάστρο ζούσε ο Βασιλιάς Άλιστρος με το μοναχοπαίδι του τον Αρτάκο.
Στο παλάτι επικρατούσε πάντα ηρεμία, κάτι που το μετέδιδε ο Βασιλιάς σε όλους τους υπηκόους του, που διοικούσε πάντα με δικαιοσύνη και γεναιοδωρία.
Όλοι οι κάτοικοι του βασιλείου του τον αγαπούσαν και τον ευγνωμονούσαν και υπήρχε τάξη και ευημερία σε όλη την γύρω περιοχή.
Ο γιός του ο Αρτάκος, ήταν πάντα πρόθυμος να βοηθήσει το μπαμπά του και να ασχολείται επιμελώς με όλες τις πριγκιπικές ασχολίες. Ξιφομαχία, ιππασία,
χορός, μουσική και λογοτεχνία ήταν μόνο μερικές από τις τόσες ασχολίες που είχε σαν πρίγκιπας. Και σε όλες προσπαθούσε πάντα να διαπρέπει.
   Στο διπλανό βασίλειο, ένα λόφο πιο πέρα, επικρατούσε τυρανία και δυστυχία. Ο Βασιλιάς Ρόγκος, κυβερνούσε πάντα με το μαστίγιο και το βούρδουλα.
Σε όλη την περιοχή του επικρατούσαν άθλιες συνθήκες διαβίωσης. Όλοι οι πολίτες ήταν φτωχοί και δυστυχισμένοι και είχαν πέσει σε βαθύ
μαρασμό. Ζηλεύοντας ο Βασιλιάς την ευτυχία και ευημερία που απολάμβαναν ο Άλιστρος και οι πολίτες του, έβαλε τον πιο μοχθηρό Στρατηγό του να βρει
τρόπο να τους καταστρέψει. Ο στρατηγός Μπένις, που όλοι τον έτρεμαν και άλλαζαν δρόμο για να μην τον συναντήσουν, πήρε μπόλικο χρυσάφι από τον
Βασιλιά Ρόγκο για να καταστρώσει ένα καλό σχέδιο εξόντωσης. Το βασίλειο του Άλιστρου δεν ήταν εύκολος στόχος. Την βασιλική φρουρά αποτελούσαν
πενήντα ικανότατοι ιππότες και το κάστρο φυλαγόταν μέρα νύχτα από εκατοντάδες επιδέξιους ξιφομάχους και ακοντιστές.
   Χωρίς να χάσει καιρό ανηφόρισε ως την κορφή του λόφου, όπου και βρήκε το διαβόητο μάγο Καλτάσαρ, γνωστό για την πονηριά του και τις δόλιες
μαγικές του ικανότητες.
-  Τι μπορώ να κάνω για σένα, ω αξιότατε στρατηγέ Μπένις; είπε ο μάγος με μάτια που γυάλιζαν.
-  Πρέπει να καταστρέψω το διπλανό κάστρο του Άλιστρου, είπε ο στρατηγός με κακία. Αν με βοηθήσεις θα σε γεμίσω με χρυσάφι, αλλιώς θα σε πετάξω
στη φυλακή, του είπε με βλέμμα που πετούσε φωτιές.
-  Άρχοντά μου, έχω ακριβώς αυτό που χρειάζεσαι, είπε ο μάγος και τον οδήγησε στην αποθήκη.
Στον ένα τοίχο ήταν ακουμπισμένα μια σειρά από χρυσά γυαλισμένα σπαθιά και ασημένια τόξα και στον άλλον τοίχο μια σειρά από χάλκινες ασπίδες.
-  Μα γι' αυτό με κουβάλησες εδώ; είπε ο στρατηγός νευριασμένος. Τέτοια όπλα έχω ένα σωρό.
-  Όχι αρχοντά μου, μη βιάζεσαι. Αυτά δεν είναι συνηθισμένα σπαθιά. Έχουν την μαγική ιδιότητα να καταστρέφουν όποια επιφάνεια και να χτυπήσουν
χωρίς ποτέ να παθαίνουν τίποτε. Μπορείς να χτυπήσεις χοντρό ξύλο ή και πέτρα και να το σπάσεις με ευκολία χωρίς να πάθει το σπαθί την παραμικρή
γρατσουνιά. Το ίδιο συμβαίνει και με τα βέλη όπως επίσης και με τις ασπίδες που μπορούν να αποκρούσουν και τις ισχυρότερες επιθέσεις χωρίς ποτέ
να αλοιώνονται. Έτσι οι ιππότες σου θα είναι ανίκητοι.
-  Χμ, καλά. Πόσο κοστίζουν τα τριάντα σπαθιά με τις ασπίδες και τα τόξα;
-  Τριάντα χρυσά νομίσματα άρχοντά μου.
-  Έλα, πάρε είκοσι και πολλά σου είναι, είπε ο στρατηγός με κακία και του πέταξε τα νομίσματα.
Ο μάγος δεν μίλησε γιατί φοβόταν τη φυλακή. Του'δωσε τα όπλα αλλά κράτησε στο μυαλό του μια αφορμή για εκδίκηση, όταν θα έβρισκε την ευκαιρία...
Ο στρατηγός Μπένις εξόπλισε τους πιο εκλεκτούς ιππότες του με τα καινούρια όπλα και με τις διαταγές του βασιλιά Ρόγκου ξεκίνησε για το απέναντι κάστρο.
Είχε σκοπό να τους αιφνιδιάσει.
   Η επίθεση ήταν σφοδρή και βάρβαρη και οι αμυντική φρουρά του κάστρου του Άλιστρου άρχισε να λυγίζει για πρώτη φορά στην ιστορία του παλατιού.
Ο μικρός πρίγκιπας, ο Αρτάκος, δεν είχε ξαναδεί τον πατέρα του τόσο ανήσυχο. Βλέποντας την εμπροσθοφυλακή να υποχωρεί και το στρατό του Μπένις
να κερδίζει συνεχώς έδαφος, βγήκε από την μυστική πύλη του παλατιού κι έτρεξε προς το λόφο. Είχε ακούσει για κάποιον μοχθηρό μάγο που έμενε στην
κορυφή κι έλπιζε ότι θα μπορούσε να τους βοηθήσει πριν να είναι αργά.
  Ο μάγος που συνάντησε όταν έφτασε ήταν ο Καλτάσαρ, που τον περίμενε με χαιρεκακία σαν να ήξερε τον ερχομό του.
-  Σε παρακαλώ πολύ σεβαστέ μου μάγε, βοήθα με, το παλάτι κινδυνεύει ! είπε ο Αρτάκος με αγωνία και πριν προλάβει να του εξηγήσει τι είχε γίνει,
ο μάγος έβγαλε από την τσέπη του ένα μικρό μπουκαλάκι που περιείχε ένα κόκκινο υγρό που φωσφόριζε.
-  Τι είναι αυτό; ρώτησε ο μικρός πρίγκιπας, πως θα με βοηθήσει;
-  Θα πιεις μια μικρή γουλίτσα από αυτό το υγρό και αυτόματα θα φταρνιστείς. Από το στόμα σου θα πεταχτούν εκατομμύρια μικρόβια, τα οποία θα είναι
και ο προσωπικός σου στρατός.
-  Μα δεν καταλαβαίνω, τι μπορώ να κάνω με τα μικρόβια αυτά;
-  Θα τα κατευθύνεις με τη σκέψη σου εναντίον των αντίπαλων ιπποτών. Τα υπόλοιπα θα τα κάνουν αυτά μόνα τους. Έτσι κι αλλιώς δεν είναι τα όπλα
που πρέπει να νικήσεις, αλλά αυτούς που τα χειρίζονται. Και πίστεψέ με, αυτοί δεν είναι άτρωτοι, είπε ο μάγος με νόημα. Εσύ θα κάτσεις όπως κάθονται
οι στρατηγοί και θα παρακολουθείς.
-  Ευχαριστώ πολύ αλλά δεν έχω χρήματα να σε πληρώσω, απάντησε ο Αρτάκος.
-  Μην στεναχωριέσαι δεν πειράζει, είπε ο μάγος, η πληρωμή μου θα είναι η ηθική ικανοποίηση... και τα μάτια του έλαμψαν και πάλι.
  Ο πρίγκιπας έτρεξε με μιας στο κάστρο του και ξαναμπήκε μέσα από την πίσω πόρτα. Η κατάσταση ήταν πολύ κρίσιμη και η μπροστινή πύλη ήταν
έτοιμη να καταρεύσει από τα απανωτά χτυπήματα. Η μάχη ήταν άνιση. Τα χτυπήματα από τα μαγικά σπαθιά των αντιπάλων ήταν καταστρεπτικά και οι
ασπίδες τους ήταν άφθαρτες. Τόσα βέλη και ακόντια εκσφεδονίστηκαν εναντίον τους χωρίς κανένα αποτέλεσμα.
Ο Αρτάκος ανέβηκε στο πιο ψηλό σημείο του κάστρου, δίπλα στη σημαία, παρά τις απεγνωσμένες εκκλήσεις του πατέρα του. Πήρε θέση προς τους
αντίπαλους μαχητές, ακριβώς όπως κάνουν και οι στρατηγοί, και ήπιε μια γουλιά από το μαγικό υγρό. Αμέσως άνοιξε το στόμα του, έκλεισε τα μάτια του,
έγειρε πίσω το κεφάλι του και φταρνίστηκε με δύναμη. Εκκατομύρια μικρόβια ξεχύθηκαν στον αέρα κι έμειναν μετέωρα για λίγο. Μόλις ο πρίγκιπας
κοίταξε προς τους εχθρούς κι έβαλε με το νου του την καταστροφή τους, τα μικρόβια, σαν ένας καλά εκπαιδευμένος στρατός κατευθύνθηκαν προς αυτούς.
Εισχώρησαν από τη μύτη τους και το στόμα τους μέσα στον οργανισμό τους και άρχισαν αμέσως να τους προκαλούν συμπτώματα από διάφορες αρρώστιες.
Εμετούς, πυρετό, τσούξιμο στα μάτια, φαγούρα, ζαλάδες, πονοκεφάλους, έντονο βήχα, στομαχόπονο. Οι καυμένοι δεν ήξεραν από που τους ήρθε.
Ο βασιλιάς Άλιστρος που εκείνη την ώρα ήταν στην μπροστινή πολεμίστρα και παρακολουθούσε με αγωνία, είδε ξαφνικά τους αντίπαλους ιππότες να
πετάνε βιαστικά τα όπλα και τις πανοπλίες στο έδαφος και να πέφτουν κάτω ο ένας μετά τον άλλο, χωρίς να έχουν χτυπηθεί από κάποιο βέλος
ή σπαθί. Τότε αντιλήφθηκε τα συμπτώματά τους και κατάλαβε τι είχε γίνει. Οι φρουρά του παλατιού βρήκε την ευκαιρία και μάζεψε τα μαγικά όπλα,
αφήνοντας τους ιππότες του Ρόγκου άρρωστους και άοπλους να βογκάνε στο έδαφος.
  Η επόμενη μέρα βρήκε τον Αρτάκο και τον Βασιλιά πιο ευτυχισμένους από ποτέ, αφού όχι μόνο είχαν προστατέψει το κάστρο τους, αλλά εξοπλίστηκαν
και με τα μαγικά όπλα των αντιπάλων, πράγμα που θα τους έκανε ακόμη πιο ασφαλείς από εξωτερικούς εισβολείς.
  Ο στρατηγός Μπένις με τη σειρά του, φυλακίστηκε από τον κακό βασιλιά και την επόμενη μέρα φυλακίστηκε στο ίδιο κελί και ο ίδιος ο βασιλιάς,
από τους υπηκόους του που δεν αντέχαν άλλο την τυρανία του. Οι δυο τους συνέχισαν να μαλώνουν μέσα στη φυλακή για πολλά πολλά χρόνια...
Η Γη σταμάτησε να γυρίζει
Μια φορά κι έναν καιρό, μια μέρα σαν όλες τις άλλες, η γη σταμάτησε να γυρίζει χωρίς να το καταλάβει κανείς.
Οι άνθρωποι συνέχισαν τις ασχολίες τους σαν να μην συνέβαινε τίποτε. Καθώς όμως περνούσαν οι ώρες, ο ήλιος δεν έβγαινε στην Δυτική πλευρά
του πλανήτη που ήταν νύχτα, και η νύχτα δεν ερχόταν στην Ανατολική πλευρά του πλανήτη που ήταν μέρα.
Όσοι ζούσαν στην σκοτεινή πλευρά έπεσαν σε ύπνο βαθύ, και δεν μπορούσαν να ξυπνήσουν για μέρες. Κι αν καμιά φορά ξυπνούσε κανείς, έβλεπε
σκοτάδι και ξανακοιμόταν. Όλες οι δραστηριότητες είχαν σταματήσει. Οι φουρνάρηδες δεν έβγαζαν ψωμί αφού κοιμόντουσαν. Το ίδιο και οι
μανάβηδες και οι ζαχαροπλάστες. Τα σκουπίδια δεν τα μάζευε κανείς, τα μαγαζιά όλα 'εκλεισαν όπως και τα νοσοκομεία.
Οι οδηγοί κι αυτοί με τη σειρά τους το έριξαν στον ύπνο και οι πόλεις ερήμωσαν.
    Στην άλλη πλευρά της γης, η ζωντάνια και η ενεργητικότητα ήταν ολοφάνερη παντού. Κανείς δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Όλοι δούλευαν ασταμάτητα.
Όλα τα παιδιά βγήκαν στα πάρκα και τις πλατείες και έπαιζαν με χαρά. Τα ποδήλατα γέμισαν τους δρόμους και μπάλες ξεπηδούσαν από παντού.
Οι μέρες περνούσαν ευχάριστα και τα παιδιά έπαιζαν ευτυχισμένα. Χωρίς σχολείο, χωρίς να σκοτίζονται παρά μόνο για το επόμενο παιχνίδι τους.
Κυνηγητό, κρυφτό, μήλα, χώρες, ποδόσφαιρο, μονομαχίες με κάρτες, κούνια, τραμπάλα, τσουλήθρα  ξανά και ξανά.
Ώσπου μετά από μερικές βδομάδες, άρχισαν τελικά να κουράζονται.
Η έλειψη φαγητού και ύπνου έκανε τα παιδιά να αρχίσουν να ανησυχούν. Έτσι, παρακάλεσαν τους φίλους τους τα σκυλάκια να τους βοηθήσουν.
Τα σκυλάκια με τη σειρά τους παρακάλεσαν τις αλεπούδες και τα ελάφια κι αυτά με τη σειρά τους παρακάλεσαν τα πουλιά. Τα πουλιά αποφάσισαν
να στείλουν τα μεγαλύτερα και τα δυνατότερα στον ήλιο να του μιλήσουν. Αετοί και γεράκια πλησίασαν τον ήλιο και τον παρακάλεσαν αν μπορεί να
ξανακάνει τη γη να γυρίζει. Ο ήλιος τους είπε κοφτά πως αυτό είναι αδύνατον και τους ξαναέστειλε πίσω. Απογοητευμένα και κουρασμένα από το ταξίδι
τα πουλιά γύρισαν πίσω. Τυχαία συνάντησαν μια σοφή κουκουβάγια που όταν άκουσε το πρόβλημά τους, τους είπε να πάνε στον ήλιο και να του
ζητήσουν αν μπορεί να αρχίσει αυτός να γυρνάει γύρω από τη γη, ώστε το φως και η ζέστη να απλωθούν και πάλι σε όλο τον πλανήτη, που τόσο
το είχε ανάγκη. Τα πουλιά ξαναπήγαν και παρακάλεσαν τον ήλιο για δεύτερη φορά.
Ο ήλιος σκέφτηκε για λίγο και τους είπε πως για αντάλαγμα ήθελε να φάει ένα μεγάλο παγωτό χωνάκι με γεύση φράουλα, αφού δεν είχε φάει
παγωτό ποτέ. Πάντοτε έβλεπε από ψηλά τα παιδιά να απολαμβάνουν το παγωτό τους στις παραλίες και ζήλευε. Αν του έφερναν ένα μεγάλο παγωτό,
θα μπορούσε να κάνει κάποιες στροφές όπως του ζήτησαν. Τα πουλιά επέστρεψαν και μετάδωσαν τα νέα και σ' όλους τους άλλους.
Οι εργασίες άρχισαν πυρετωδώς. Παιδιά και ζώα άρχισαν να μαζεύουν χωνάκια και γρανίτες και να φτιάχνουν το πιο γιγάντιο παγωτό που φτιάχτηκε
ποτέ. Μετά από πολλές μέρες κοπιαστικής εργασίας, το τελείωσαν και το πρόσφεραν στον ήλιο. Αυτός, αφού απόλαυσε το παγωτό του, άρχισε
αργά-αργά να κινείται γύρω από τη γη, φωτίζοντας και ζεσταίνοντας παντού. Οι άνθρωποι στη σκοτεινή πλευρά ξύπνησαν και άρχισαν με χαρά
να εργάζονται και πάλι. Η ζωή σε όλο τον πλανήτη ξαναβρήκε και πάλι τους ρυθμούς της, ώσπου μια μέρα ο ήλιος ξαναέμεινε ακίνητος.
Απορημένα τα ζώα και τα πουλιά ξαναέστειλαν την ομαδά τους στον ήλιο να δουν τι συμβαίνει.
- Είμαι πολύ κουρασμένος και ιδρωμένος από τις σβούρες, τους είπε. Για να συνεχίσω θα πρέπει να μου φέρετε μια μεγάλη γρανίτα φράουλα!
Τι να κάνουν τα καϋμένα, ξαναγύρισαν στη γη απογοητευμένα.
- Που να βρούμε άλλες φράουλες μονολόγησε ένας αετός. Τις χρησιμοποιήσαμε όλες για το παγωτό.
Η σοφή η κουκουβάγια που άκουσε το πρόβλημά τους, τους είπε με σοφία.
- Φέρτε μου τους καλύτερους ζωγράφους του κόσμου να τους μιλήσω.
Αφού ο ήλιος έχει αδυναμία στις φράουλες, θα του δώσουμε αυτό που λαχταρά,
είπε με πονηριά. Θα χρειαστώ ακόμη πολλά πινέλα, μπογιές σε αποχρώσεις φουξ,
και πολλά αρωματικά, ξέρετε με τι γεύση... Οι αετοί και τα γεράκια σκορπίστηκαν
σε όλη τη Γη και σε λίγες ώρες έφεραν στην πλάτη τους τους πιο διάσημους ζωγράφους.
Η κουκουβάγια τους πήρε παράμερα και τους μάζεψε σε κύκλο να τους μιλήσει.
Αφού τους εξήγησε το πρόβλημα τους σιγοψιθύρισε χαμηλόφωνα
το σχέδιό της. Όλοι κούνησαν τα κεφάλια τους με ικανοποίηση και πιάσαν αμέσως δουλειά.
  Μετά από μια βδομάδα, ο ήλιος ξύπνησε ένα πρωί και άνοιξε τα μάτια του νυσταγμένος. Κοίταξε βαριεστημένα προς τη Γη και άνοιξε τα μάτια του
διάπλατα από την έκπληξη που αντίκρυσε. Στη θέση του βουνού που αντίκρυζε κάθε πρωί, υπήρχε μια γιγάντια φράουλα. Πιο κάτω, ανάμεσα στα βουνά,
στη θέση που κάποτε έτρεχαν τα νερά του ποταμού, τώρα κυλούσε λαχταριστή γρανίτα φράουλα. Έτριψε τα μάτια του απορημένος, τα έκλεισε και τα
ξανάνοιξε γρήγορα. Ναι, ήταν όλα εκεί μπροστά του, αληθινά, υπέροχα. Οι πρώτες μυρωδιές φτάσαν στη μύτη του. Μυρωδιές που δεν είχε ξαναμυρίσει.
Μυρωδιές από σιρόπια και χυμούς, παγωτά και γρανίτες, μιλκ σεϊκ και τούρτες. Και όλες μύριζαν φράουλα. Τα σάλια του άρχισαν να τρέχουν,
και η λαχτάρα του για να τα δοκιμάσει γιγαντώθηκε. Γύρω από τα βουνά, όλα τα δέντρα είχαν το σχήμα και το χρώμα της φράουλας. Το ίδιο σχήμα
και χρώμα είχαν και οι ταράτσες των σπιτιών. Ένα χρώμα που εξαπλωνόταν όσο έβλεπε το μάτι. Πιο πίσω, στα χωράφια και τους κάμπους το ίδιο.
Ο ήλιος άρχισε να γυρνάει γύρω από τη γη προσπαθώντας να φτάσει τις φράουλες. Μάταια όμως. Το μόνο που κατάφερνε ήταν να γυρνάει γύρω - γύρω.
Ο ενθουσιασμός του όμως ήταν μεγάλος και η ταχύτητα που περιφερόταν γύρω από τη γη ακόμη μεγαλύτερη. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα σε όλα τα μέρη
της γης, να αλλάζει η νύχτα και η μέρα μέσα σε λίγες ώρες.  Ξυπνούσαν τα παιδιά να πάνε στο σχολείο και σε 2-3  ώρες έπεφτε η νύχτα.  Έτσι
αναγκάζονταν να διακόψουν το μάθημα και να ξαναπάνε σπίτι για να κοιμηθούνε. Που όμως να τους πιάσει ο ύπνος, με τη διάθεση που είχαν για
παιχνίδι! Ξεκινούσαν οι οικογένειες να πάνε στη θάλασσα για μπάνιο με το αμάξι τους και μέχρι να φτάσουν, ο ήλιος έφευγε ξαφνικά και ο τόπος
σκοτείνιαζε και πάγωνε. Ξάπλωναν το βράδυ οι μπαμπάδες και οι μαμάδες κουρασμένοι να κοιμηθούν, και φώτιζε απότομα ο ουρανός, λες και κάποιος είχε
ανάψει τα πιο δυνατά φώτα του ουρανού! Ξανάφευγαν από το σπίτι τους οι καϋμένοι για δουλειά με τα μάτια πρησμένα από την αυπνία.
  Ε, δεν πήγαινε άλλο αυτή η κατάσταση. Τον πρώτο καιρό δεν άλλαζαν οι μέρες και οι νύχτες και τώρα άλλαζαν τόσο γρήγορα που ο κόσμος
είχε ζαλιστεί. Ο ήλιος συνέχιζε το κυνήγι της φράουλας ασταμάτητα. Έπρεπε κάτι να κάνουν.
Μαζεύτηκαν λοιπόν οι αρχηγοί όλων των κρατών σε έκτακτο συμβούλιο, και αφού πέρασαν 3 μέρες καβγάδων και διαφωνιών,
δεν κατάφεραν να βρουν κάποια λύση. Εξάλλου, αν εξαφάνιζαν τις φράουλες, όπως πρότειναν μερικοί,  θα είχαν και πάλι τη στασιμότητα του ήλιου.
Έτσι απευθύνθηκαν στα παιδιά. Ήταν η τελευταία τους ελπίδα.
Τα εξυπνότερα παιδιά από όλα τα δημοτικά σχολεία του κόσμου μαζεύτηκαν και άρχισαν τη συζήτηση.
Και η λύση ήταν απλή. Έπρεπε να βρουν ένα τρόπο να κάνει ο ήλιος το γύρο της γης, αλλά σε συγκεκριμένο χρόνο ώστε να ξαναβρεθούν οι ισσοροπίες
του φωτός και του κλίματος. Σε χρόνο που αυτοί οι ίδιοι θα όριζαν. Έφτιαξαν λοιπόν ένα γιγάντιο αερόστατο σε σχήμα φράουλας και το άλειψαν με
τα καλύτερα μυρωδικά του κόσμου. Το έδεσαν σε ένα αεροπλάνο κι αυτό ξεκίνησε την πτήση του γύρω από τη γη, κάνοντας ακριβώς 24 ώρες!
Ο ήλιος το ακολούθησε φυσικά, μαγεμένος από το χρώμα και τη μυρωδιά. Όλα τα πράγματα πάνω στη γη διορθώθηκαν και η ζωή των ανθρώπων
ξαναβρήκε τους φυσιολογικούς της ρυθμούς. Κι όλα αυτά χάρη στα παιδιά!
Η γρήγορη χελώνα
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια χελώνα που την έλεγαν Ζίλντα. Ήταν η πιο αργή χελώνα του κόσμου. Ακόμη και τα σαλιγκάρια την περνούσαν όταν
έκανε βόλτες στο δάσος! Μια μέρα αποφάσισε να ανέβει στην κορυφή του ψηλότερου βουνού που βρισκόταν δίπλα στο δάσος. Ξεκίνησε λοιπόν την
πορεία της χωρίς να πει σε κανέναν τίποτα. Εκεί που περπατούσε αργά-αργά, την ρωτάει ένας σκίουρος που περνούσε από δίπλα,
- Εεε, κυρά χελώνα, για που το βαλες έτσι βιαστικά;
- Πηγαίνω στην κορυφή του βουνού, στο πιο ψηλό σημείο!
- Και γιατί παρακαλώ θέλεις να ανέβεις εκεί πάνω; Ρώτησε ο σκίουρος απορημένος.
- Δεν μπορώ να σου πω κυρ σκίουρε του απάντησε η Ζίλντα και συνέχισε την πορεία της.
Σε λίγη ώρα το νέο διαδόθηκε από στόμα σε στόμα, σε όλο το δάσος. Το ένα ζώο μετά το άλλο περνούσαν από δίπλα της και τη ρωτούσαν με απορία.
- Μα πες μας κυρά χελώνα, τι δουλειά έχεις εσύ πάνω στην κορυφή; Ξέρεις πόσο καιρό θα κάνεις για να φτάσεις; Αν καταφέρεις να φτάσεις ποτέ.
- Ααα, λυπάμαι αλλά δεν μπορώ να σας πω! Θα το μάθετε όταν ανέβω, είπε και συνέχισε τη δύσκολη πορεία της.
Άρχισαν αμέσως τα κουτσομπολιά και όλοι έκαναν υποθέσεις για το τι θα έκανε η χελώνα όταν έφτανε στην κορυφή. Άλλοι έλεγαν ότι απλά ήθελε
να θαυμάσει τη θέα. Άλλοι, ότι έψαχνε για ένα μαγικό λουλούδι που θα την έκανε να περπατάει πιο γρήγορα. Κάποιοι είπαν ότι έψαχνε για το
ταίρι της. Κανείς δεν ήξερε με σιγουριά. Ξεκίνησαν λοιπόν να στοιχηματίζουν μεταξύ τους για το ποιός είχε δίκιο. Φυσικά τα στοιχήματά που έβαζαν
ήταν σε προϊόντα που ήταν πολύτιμα για το κάθε ζώο. Εκατό φουντούκια θα κέρδιζε ο σκίουρος, πέντε κιλά μέλι θα κέρδιζε η αρκούδα, πεντακόσια
πλατανόφυλλα θα κέρδιζε το ελάφι και η λίστα συνεχιζόταν. Η αγωνία στο δάσος άρχισε να κορυφώνεται. Αφού πέρασαν δύο ημέρες και η χελώνα
ήταν ακόμη στους πρόποδες του βουνού, κάποια ζώα άρχισαν να στοιχηματίζουν και για το πόσο καιρό θα έκανε η χελώνα να φτάσει στην κορυφή.
Οι περισσότεροι υπολόγιζαν πως θα κάνει δέκα με είκοσι μέρες. Μερικοί όμως υποστήριζαν πως θα κάνει πάνω από ένα μήνα, ίσως και δύο!
Η χελώνα εντωμεταξύ, συνέχιζε τη δύσκολη πορεία της χωρίς να ασχολείται με τίποτα από όλα αυτά που συνέβαιναν γύρω της. Προσπαθούσε να
ξεπεράσει τα φυσικά εμπόδια όποια κι αν ήταν αυτά. Επιθετικά ζωύφια και φίδια, παγωνιά τη νύχτα και καυτός ήλιος την ημέρα, αρπακτικά πουλιά,
ήταν μόνο κάποιοι από τους κινδύνους που έκρυβε το γιγάντιο βουνό. Σ' αυτό το δύσκολο τοπίο ήρθαν να προστεθούν και κίνδυνοι που η Ζίλντα δεν
τους είχε υπολογίσει. Κάποια ζώα πονηρά, που είχαν συμφέρον να την καθυστερήσουν για να κερδίσουν το στοίχημα ή που πόνταραν ότι δεν θα
φτάσει ποτέ, συνεργάστηκαν με άλλα για αυτόν το σκοπό. Της έστειλαν σκορπιούς, της έστειλαν φίδια, σαύρες και δηλητηριώδεις αράχνες.
Αλλά η χελώνα δεν έχανε το κουράγιο της. Όποτε έβλεπε τα δύσκολα, κλεινόταν στο καβούκι της και προσπαθούσε να προφυλαχτεί.
   Μετά από μία βδομάδα, πολλά από τα ζώα έχασαν το ενδιαφέρον τους και άρχισαν να ασχολούνται και πάλι με τις ασχολίες τους. Όχι όμως
και ο Βρόχαν, ο μεγαλύτερος και πιο μοχθηρός αετός της περιοχής που είχε στοιχηματίσει στην αποτυχία της. Το κέρδος του θα ήταν μεγάλο, αφού
θα αποκτούσε κυριαρχία σε περιοχές που ανήκαν σε άλλους αετούς. Έτσι, περίμενε υπομονετικά μέχρι να ανέβει η χελώνα σε κάποιο ύψος και τότε
την γάντσωνε με τα μεγάλα νύχια του, την σήκωνε ψηλά και την πετούσε πάλι χαμηλά στους πρόποδες. Όταν η καϋμένη η χελώνα μετά από λίγες μέρες
ξαναανέβαινε λίγο πιο πάνω, την ξαναέπιανε και την ξαναπετούσε χαμηλά. Αυτό το βάσανο συνεχίστηκε για αρκετές εβδομάδες με σκοπό να κάνει
τη Ζίλντα να χάσει το κουράγιο της. Μέχρι που έγινε αντιληπτός και από άλλους αετούς. Την ώρα που ο Βρόχαν κοιμόταν, την έπιαναν οι αετοί και
την ανέβαζαν πιο ψηλά. Την άλλη μέρα ο Βρόχαν την κατέβαζε και πάλι και τη νύχτα την ανέβαζαν οι υπόλοιποι αετοί.  Στο τέλος, και αφού
κουράστηκε από αυτήν την κατάσταση, η Ζίλντα άλοιψε με λάδι όλο το καβούκι της. Έτσι μάταια προσπαθούσαν να την πιάσουν, αφού τα νύχια τους
γλιστρούσαν στο λάδι.
    Μετά από πολλούς μήνες και αφού όλοι στο δάσος είχαν ξεχάσει πια τη χελώνα, η Ζίλντα είχε σχεδόν πια φτάσει στην κορυφή.
Τυχαία την είδε ένας αετός και ειδοποίησε και τους άλλους. Το νέο διαδόθηκε αμέσως σε όλο το δάσος και όλα τα ζώα σκαρφάλωσαν στην κορυφή
για να δουν με μεγάλη περιέργεια επιτέλους τι είχε σκοπό να κάνει η χελώνα. Εκείνη κοντοστάθηκε για λίγο κοίταξε γύρω της και ξαφνικά κι ενώ όλοι
περίμεναν να θαυμάσει έστω και για λίγο την καταπληκτική θέα, εκείνη χώθηκε μέσα στο καβούκι της. Προχώρησε μέχρι την άκρη της κορυφής,
και αμέσως έδωσε μια απότομη ώθηση στον εαυτό της και ...
... άρχισε να κατρακυλάει με ορμή προς τα κάτω!
   Παραξενεμένοι παρακολουθούσαν όλοι οι θεατές αυτήν την ξέφρενη πορεία της χελώνας προς τα κάτω, που κατρακυλούσε και στροβιλιζόταν,
ενω ταυτόχρονα έβγαζε κραυγές ευχαρίστησης και επιφωνήματα χαράς.
- Γιούπιιιιι, ναι, ζήτωωωωω ...
Η διαδρομή μέχρι κάτω κράτησε περίπου δυο λεπτά, αλλά ήταν τα καλύτερα λεπτά της ζωής της. Για πρώτη φορά ένιωσε όπως νιώθει ένα πουλί
όταν πετάει ή ένα άλογο που τρέχει στα λιβάδια. Επιτέλους ένιωσε το συναίσθημα της ελευθερίας που πάντα ονειρευόταν.
     Από εκείνη τη μέρα και μετά, κατά τη διάρκεια της μέρας, περαστικά πουλιά την σήκωναν και την ανέβαζαν στην κορυφή του βουνού, μόνο και
μόνο για να την βλέπουν πως διασκεδάζει κατά την πτώση.  Και φυσικά η Ζίλντα δεν χόρταινε να κάνει τη διαδρομή ξανά και ξανά και ξανά ...
Μια φορά κι έναν καιρό, ο πελαργός που μοιράζει τα μωρά,
έκανε λάθος στη λίστα του και του περίσεψε ένα μωρό.
Δεν είχε που να το παραδώσει και το άφησε έξω από μια εκκλησία,
ελπίζοντας να'χει καλή  τύχη. Ο γέροντας που βρήκε το αγοράκι,
το βάπτισε Διαμαντή και το μεγάλωσε σαν δικό του μια και δεν είχε δικά του παιδιά.
Ο Διαμαντής, μέχρι που να γίνει οχτώ χρονών, δεν απομακρύνθηκε ποτέ από τον περίγυρο της εκκλησίας.
Εκεί είχε όσα χρειαζόταν. Τα μαθήματά του τα έκανε με τον γέροντα, και κάθε Σαββατοκύριακο που γινόταν βαπτίσεις και γάμοι, έβρισκε
καινούργιους φίλους κι έπαιζε μαζί τους. Την ημέρα των γενεθλίων του ο γέροντας του πρότεινε σαν δώρο να πάει ένα μικρό ταξιδάκι μ' έναν
φίλο τους στην πιο κοντινή παραλία, για να κάνει το πρώτο του μπάνιο. Ο Διαμαντής δέχθηκε φυσικά με μεγάλη χαρά αφού επιτέλους θα γνώριζε
πως είναι ο κόσμος και έξω από την αυλή του.
      Μόλις έφτασε στη θάλασσα άρχισε να τρέχει με ενθουσιασμό πάνω κάτω. Σε λίγη ώρα απομακρύνθηκε κατά λάθος και βρέθηκε σε άλλη
παραλία, χωρίς να ξέρει κανένας που είναι. Βλέποντας τα μεγάλα κύματα βούτηξε στη θάλασσα για να τα πιάσει, χωρίς να γνωρίζει ότι πρέπει
να ξέρει κανείς κολύμπι για να επιπλέει. Δεν ήξερε καν ότι δεν μπορεί να αναπνεύσει κάτω από το νερό. Μόλις βούλιαξε και άρχισε να καταπίνει
νερό, εμφανίστηκε ένα μεγάλο δελφίνι, που με μια ανάσα έφτιαξε μια μεγάλη μπουρμπουλήθρα κι έβαλε τον Διαμαντή μέσα για να τον σώσει.
Μέσα από την ασφάλεια της γιγάντιας φουσκάλας, ο Διαμαντής μπορούσε να θαυμάζει τις ομορφιές του βυθού, για όση ώρα ήθελε και χωρίς να
κινδυνεύει. Τόσα χρώματα και σχήματα σε κοράλια και φύκια, τόσες παράξενες μορφές ψαριών, πράγματα που ποτέ δεν είχε ξαναδεί.
Το δελφίνι πότε -πότε τον έσπρωχνε και τον κατεύθυνε μια δεξιά και αριστερά και μια προς τα κάτω. Όσο πιο βαθιά κατέβαινε η φουσκάλα,
τόσο ανακάλυπτε καινούργια πράγματα, που ποτέ κανένα ανθρώπινο μάτι δεν είχε ξαναδεί. Λαμπερά μαργαριτάρια, σπάνια κοχύλια και όστρακα
και ακόμη πιο σπάνια ψάρια, με παράξενα κεφάλια και πολύχρωμα σώματα σαν ζωγραφισμένα. Ο καυμένος ο Διαμαντής έτριβε τα μάτια του από
την έκπληξή του. Και τότε, κάτω από έναν βράχο, εκεί στην άκρη, είδε μια παράξενη γαλάζια λάμψη. Κάτι που έμοιαζε με στυλό ή με φακό, μακρύ
και μυτερό, με μια ακατανίκητη έλξη, να τραβάει τον Διαμαντή σαν μαγνήτης. Μη μπορώντας να αντισταθεί και αγνοώντας τον κίνδυνο που διατρέχει,
ο Διαμαντής άπλωσε το χέρι του ν' αρπάξει το γαλάζιο αντικείμενο που φωσφόριζε και η φουσκάλα τρύπησε. Επικράτησε μια μικρή μάχη με το νερό,
προσπαθώντας να αναπνεύσει και μετά μαύρο σκοτάδι. Όταν ξύπνησε, βρισκόταν σε μια τεράστια σπηλιά πολύ κάτω από το βυθό και κρατούσε στο
χέρι του αυτό το παράξενο αντικείμενο που έμοιαζε μολύβι. Το γαλάζιο φως που ακτινοβολούσε ήταν σημάδι ότι είχε κάποιες ιδιότητες που
ο Διαμαντής έπρεπε να ανακαλύψει πολύ σύντομα. Δεν είχε όμως επάνω του ούτε κάποιο κουμπί για να πατήσει, ούτε κάποιον διακόπτη ούτε τίποτα.
Μάταια πειραματίστηκε για αρκετή ώρα. Μετά από λίγο που κουράστηκε και άρχισε να πεινάει, έφερε στο μυαλό του κάποιες από τις λιχουδιές που
του ετοίμαζε ο γέροντας κάθε απόγευμα, λουκουμάδες, τηγανίτες, πίτες, αυγόφετες και τόσα άλλα. Χωρίς να το πολυσκεφτεί, άρχισε να ζωγραφίζει
με το μολύβι που κρατούσε στο πάτωμα, ένα λαχταριστό κρουασάν. Μόλις τελείωσε το περίγραμμα, έγινε το πρώτο θαύμα!!! Το κρουασάν πήρε σχήμα
και μορφή κι έγινε αληθινό. Πριν ακόμα ξεπεράσει την έκπληξή του ο Διαμαντής, το άρπαξε και το έβαλε στο στόμα του.
- Πω πω!!! αναφώνησε... ποτέ δεν ξαναέφαγα τόσο νόστιμο κρουασάν.
Μπορεί να έφταιγε  η πείνα του, μπορεί επειδή ήταν φτιαγμένο με τρόπο μαγικό, η νοστιμιά του πάντως ήταν απερίγραπτη. Αμέσως έπιασε το μαγικό
μολύβι στα χέρια του και άρχισε να ζωγραφίζει μία κρέπα. Χωρίς να έχει ιδιαίτερες ικανότητες στη ζωγραφική και μόνο που έβαζε στο μυαλό του
αυτό που ήθελε, το χέρι του πήγαινε σχεδόν από μόνο του. Σκέφτηκε λοιπόν την κρέπα να έχει γέμιση σοκολάτα κι έτσι κι έγινε. Η κρέπα πήρε σχήμα
και μορφή κι έγινε κι αυτή αληθινή. Ενθουσιασμένος, άρχισε να ζωγραφίζει τη μία λιχουδιά μετά την άλλη. Όταν μετά από αρκετή ώρα χόρτασε, τότε
σκέφτηκε να ζωγραφίσει και κάτι πέρα από φαγητά, για να δει αν θα ζωντανέψει κι αυτό. Τι άλλο θα μπορούσε να σκεφτεί ένα οχτάχρονο παιδί
με ζωηρή φαντασία όπως ο Διαμαντής. Μα φυσικά τους αγαπημένους του ήρωες, κινουμένων σχεδίων και πρώτα απ' όλα τον Μίκυ και τον Ντόναλντ.
Με γρήγορες κινήσεις τελείωσε το σχέδιο του σε ένα λεπτό. Ο Μίκυ ζωντάνεψε και άρχισε αμέσως να του μιλάει χαρούμενα, ψάχνοντας ταυτόχρονα
τον φίλο του τον Γκούφη και τον Ντόναλντ. Ο Διαμαντής δεν έχασε χρόνο και τους ζωντάνεψε κι αυτούς. Όλοι μαζί λοιπόν άρχισαν να παίζουν και
να διασκεδάζουν γελώντας. Έπειτα από λίγη ώρα, ο Διαμαντής σκέφτηκε τι ωραία που θα ήταν να ζωντανέψει και τους άλλους αγαπημένους του
ήρωες! Πρώτος ζωντάνεψε ο Σρεκ, που σχεδόν αμέσως άρχισε να ψάχνει τον φίλο του τον γάιδαρο και την Φιόνα. Μετά ακολούθησε ο Γούντυ που
κι αυτός με τη σειρά του άρχισε να ψάχνει τον Μπαζ και μετά ο Γουίνυ που άρχισε να ψάχνει τον Γκαρύ.
    Ο Διαμαντής δεν προλάβαινε να ζωγραφίζει. Η σπηλιά γέμισε με φωνές και γέλια, παιχνίδια και χαρές και όλα πήγαιναν καλά ώσπου έγινε κάτι
που δεν το είχε υπολογίσει ο Διαμαντής και δεν το περίμενε. Την ώρα που ο Μπαζ έκανε μία " πτώση " με στυλ, έπεσε κατά λάθος πάνω στον Σρεκ.
Φυσικά ο Σρεκ θύμωσε και με μια σπρωξιά τον πέταξε στην άλλη άκρη της σπηλιάς. Ο Γούντυ που έτρεξε να συμπαρασταθεί στον φίλο του, όρμησε
στον Σρεκ αλλά κατά λάθος έσπρωξε τον Ντόναλντ που αμέσως σηκώθηκε έτοιμος για καυγά. Στο λεπτό σηκώθηκε και ο Μίκυ και ο Γκούφη και ένας
ένας ακολούθησαν και οι υπόλοιποι. Αυτό ήταν, μέσα σε λίγα λεπτά, η σπηλιά που μέχρι πριν λίγο θύμιζε παιδική χαρά, είχε μετατραπεί σε πεδίο μάχης.
Ο Διαμαντής έπρεπε να δράσει αμέσως. Σκέφτηκε ότι για να ελαφρώσει λίγο την ένταση θα έπρεπε να βάλει στην παρέα περισσότερες γυναίκες.
Έτσι ζωγράφισε αμέσως την Τίνκερμπελ και μετά την Χιονάτη, την Σταχτοπούτα και την Ραπουνζέλ. Τα αποτελέσματα όμως δεν ήταν καθόλου αυτά
που φανταζόταν. Οι γυναίκες που μπήκαν στην παρέα ήταν κορίτσια της δράσης και άρχισαν κι αυτές να συμμετέχουν στον καυγά.
   Σιγά σιγά άρχισαν να πλησιάζουν την σπηλιά και διάφορα πλάσματα του βυθού που θορυβήθηκαν από την φασαρία. Καρχαρίες και δελφίνια
έκαναν την εμφάνισή τους, όπως και μία μεγάλη φάλαινα. Τότε πλησίασε τον Διαμαντή εκείνο το δελφίνι που τον είχε σώσει κι έτσι πονηρό κι έξυπνο
που ήταν του έδωσε μια πολύ καλή ιδέα. Του είπε ότι ακόμη και οι ήρωες των παραμυθιών χρειάζονται το χώρο τους, θέλουν το περιβάλλον τους.
Αμέσως ο Διαμαντής έπιασε δουλειά και άρχισε να ζωγραφίζει το ένα σκηνικό μετά το άλλο. Πρώτα ζωγράφισε τον αγαπημένο βάλτο του Σρεκ.
Μετά το αγαπημένο δωμάτιο του Γούντυ και ακολούθησαν κάστρα και πύργοι για τους υπόλοιπους. Πράγματι, μετά από λίγα λεπτά, πολλοί από τους
ήρωες αποτραβήχτηκαν στο φυσικό τους περιβάλλον και σταμάτησαν να καβγαδίζουν. Το σκηνικό όμως στην σπηλιά ήταν από τα πιο παράξενα
που θα μπορούσαν να υπάρξουν ποτέ. Δίπλα στο κάστρο της Ραπουνζέλ ήταν ο βάλτος του Σρεκ και πιο δίπλα το δωμάτιο του Γούντυ. Ακολουθούσε
η γειτονιά του Μίκυ και πιο δίπλα η ζούγκλα του Ταρζάν, που είχε προστεθεί και αυτός στην παρέα πρόσφατα.
     Ο Διαμαντής συνέχιζε να ζωγραφίζει με πάθος ώσπου κάποια στιγμή το μολύβι μίκρυνε τόσο πολύ που σχεδόν δεν είχε άλλη μύτη. Ο καυμένος
τα 'χασε κι έμεινε απορημένος μη ξέροντας τι να κάνει. Τότε ξαναεμφανίστηκε το δελφίνι κουβαλώντας στην πλάτη του μία όμορφη γοργόνα.
Αυτή με τη σειρά της, πήρε το μολυβάκι από τα χέρια της και το έσπασε σε δύο μικρά κοματάκια, τα οποία και φύτεψε αμέσως στο χώμα της σπηλιάς.
Αυτή ήταν μια ενέργεια που θα άλλαζε ολόκληρο τον κόσμο για τα καλά. Σε λίγα λεπτά φύτρωσαν δύο καινούργια μολυβάκια τα οποία και μεγάλωσαν
αμέσως. Φυσικά, μόλις κατάλαβαν και οι υπόλ
τα έβγαλαν από το χώμα, τα έσπασαν σε πολλά μικρά κοματάκια και τα ξαναφύτεψαν. Σε λίγες ώρες είχαν μαζευτεί χιλιάδες
μαγικά μολύβια έτοιμα για μοίρασμα σε όλο τον κόσμο. Ο Μίκυ μαζί με την Τίνκερμπελ παρότρυναν και τους άλλους ήρωες, να βγουν από τα σπίτια
τους και να πάνε να τα μοιράσουν παντού, σε όλο τον κόσμο! Έτσι κι έγινε. Σε λίγες ώρες τα μολύβια ταξίδεψαν και στην πιο απομακρυσμένη γωνιά
του πλανήτη, αφού το κάθε παιδί που έπαιρνε στα χέρια του το μαγικό μολύβι, ζωντάνευε με τις ζωγραφιές του τους δικούς του ήρωες, που κι αυτοί
με την σειρά τους έπαιρναν μέρος στη μοιρασιά. Έτσι τώρα μπορούσες να δεις στον ουρανό όχι μόνο μία Τίνκερμπελ να πετάει αλλά χιλιάδες.
Στους δρόμους των πόλεων, έβγαιναν παραμυθένιοι ήρωες από κάθε γωνιά και από κάθε σπίτι. Γίγαντες και νάνοι ξεπρόβαλαν από το πουθενά
και ο ουρανός ήταν γεμάτος από μυθικούς φτερωτούς δράκους και ιπτάμενα άλογα.
    Δεν είχε αλλάξει όμως μόνο η σύσταση του πληθυσμού σ' όλο τον κόσμο. Είχε αλλάξει κατά πολύ και η όψη της Γης. Αν έβλεπες από ψηλά,
δεν έβλεπες πλέον μόνο βουνά και πόλεις. Έβλεπες τα πιο παράξενα κτίρια που είχε το κάθε παιδί στο μυαλουδάκι του και που τώρα πια γίνονταν
πραγματικότητα. Πολύχρωμοι ουρανοξύστες φτιαγμένοι από λάστιχο, γιγάντιες νεροτσουλήθρες που έφταναν μέχρι τον ουρανό, δάση ολόκληρα
φτιαγμένα από πολύχρωμα σοκολατόδεντρα και καραμελόδεντρα, μέχρι και σπίτια φτιαγμένα από μαστίχα. Στον ουρανό συναντούσες από ιπτάμενα
ποδήλατα μέχρι καραβάκια και από παντού άκουγες και έβλεπες γέλια και χαρές των παιδιών.
   Δεν έλειπαν όμως και τα επεισόδια μεταξύ των ηρώων. Έτσι κι αλλιώς, οι περισσότεροι από αυτούς είχαν φτιαχτεί για μάχες και περιπέτειες.
Πως θα μπορούσε ο Μπάτμαν και ο Σπάιντερμαν να κάτσουν άπραγοι χωρίς να κάνουν τίποτα, ή να παίζουν όλη μέρα με τα παιδιά. Πως θα μπορούσε
ο Μίκυ να μην αναζητήσει καινούργιες περιπέτειες ή ο Σρεκ να μην κάνει βόλτες στο  βάλτο. Πέρα όμως από τις αντιπαλότητες των ηρώων και τις
διάφορες καταστάσεις που δημιουργούσαν με τις πράξεις τους, ήταν όλα τόσο εύκολο να διορθωθούν. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν μία πινελιά
και μια θετική σκέψη.
   Μετά από αρκετές μέρες ο Διαμαντής γύρισε πίσω στον γέροντα που τον είχε πεθυμήσει πολύ. Αμέσως έπιασε δουλειά και άρχισε να ζωγραφίζει
όλους αυτούς που είχε στο μυαλό του. Δεν τον πείραζε που έμενε στο πίσω μέρος της εκκλησίας κι ούτε ήθελε να αλλάξει το σπίτι του.
Αυτό που τον έκανε πραγματικά ευτυχισμένο ήταν η παρέα που θα είχε. Και ποιά θα ήταν άλλωστε καλύτερη παρέα γι'αυτόν από τους ήρωες
που πάντα αγαπούσε...
Παραμυθάκια  σελ. 2
Όροι Χρήσης Παραμυθάκια Χριστουγεννιάτικες Μαρτυρικά Γραμματοσειρές Προσκλητήρια, γάμου_βάπτισης, πρωτότυπα, φθηνά, prosklitiria, gamou, vaptisis, baftishs Γάμου & Βάπτισης Μαζί Προσκλητήρια Γάμου Τιμοκατάλογος Γάμου Φάκελοι Γάμου Κείμενα Γάμου Μπομπονιέρες Γάμου Προσκλήσεις Διδυμάκια Προσκλητήρια Βάπτισης Τιμοκατάλογος Βάπτισης Φάκελοι Βάπτισης Κείμενα Βάπτισης Μπομπονιέρες Βάπτισης Προσκλητήρια Προσφορά Προσκλητήρια Προσφορά Αρχική Προσκλητήρια Γάμου Επικοινωνία-Παραγγελία Συχνές Ερωτήσεις Προσκλητήρια Βάπτισης Πληρωμή